Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Λόγος ΛΔ΄.

 




Ὅτι οὐκ ἀκίνδυνον τό διδόμενον ἡμῖν παρά Θεοῦ τάλαντον κατορύττειν· χρή γάρ δημοσιεύειν αὐτό καί τοῖς πᾶσιν ὑποδεικνύειν καί τάς εὐεργεσίας Θεοῦ εὐγνωμόνως ἀνακηρύττειν εἰς τήν τῶν ἀκουόντων ὠφέλειαν, κἄν τινες ἀπαρέσκωνται.


Ἀδελφοί καί πατέρες καί τέκνα ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ, τί πρός τά κατηχηθέντα παρ᾿ ἡμῶν ἐν διαφόροις πολλάκις λόγοις ὑπενοήσατε; Τί κατά τοῦ ταῦτα παρρησίᾳ λαλήσαντος ἐν ἑαυτοῖς ἀπεφήνασθε; Μή τι τῶν θείων ἔξω Γραφῶν εἰπεῖν ἡμᾶς ὑπελάβετε; Μή τι λεληθότως ἡμᾶς κατεμέμψασθε, ὡς ὑπέρογκα λελεχότας; Μή τι κατεκρίνατε, ὡς μεγαλορρημονοῦντας ἡμᾶς; Εἰ οὖν οὕτω πρός τά ῥηθέντα διετέθητε, ἵλεως ὑμῖν γένοιτο ὁ Χριστός, ἐγώ δέ παρακαλῶ τήν ἀγάπην ὑμῶν ἵνα μηδείς τῷ τοιούτῳ κρίματι ἐπιμείνῃ. Οὐ γάρ ἐνδείξεως χάριν ταῦτα γεγράφαμεν, μή τοῦτο συγχωρήσῃ ὁ ἐλεήσας καί ἀγαγών ἡμᾶς εἰς ταῦτα Θεός, ἀλλά μεμνημένοι τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀπ᾿ ἀρχῆς βίου καί μέχρι τοῦ παρόντος πεποίηκε μεθ᾿ ἡμῶν τῶν ἀναξίων, εὐχαριστοῦντες (422) ἀνυμνοῦμεν αὐτόν, ὡς εὔσπλαχνον Δεσπότην καί εὐεργέτην ἡμῶν Κύριον, καί τό ἐπιδοθέν ἡμῖν παρ᾿ αὐτοῦ τάλαντον εὐγνωμόνως πᾶσιν ὑμῖν καταβάλλομεν. Ποῦ γάρ καί δυνάμεθα τό τοσοῦτον μέγεθος τῶν εὐεργεσιῶν αὐτοῦ σιωπᾶν ἤ ἀγνωμόνως ὡς ἀμνήμονες καί κακοί δοῦλοι κατορύττειν τό δοθέν ἡμῖν τάλαντον; Τοῦτο γάρ ποιεῖν μή δυνάμενοι, ἀνακηρύττομεν τόν αὐτοῦ ἔλεον, ὁμολογοῦμεν τήν χάριν, πᾶσι δεικνύομεν τήν πρός ἡμᾶς αὐτοῦ ἀγαθότητα καί παρακαλοῦμεν καί ὑμᾶς διά τῆς διδασκαλίας τοῦ λόγου ἀγωνίσασθαι μετασχεῖν τῶν αὐτοῦ δωρεῶν καί ἀπολαῦσαι, ὧν καί ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι διά τῆς ἀφάτου αὐτοῦ ἀγαθότητος ἀπηλαύσαμεν. Οὐδέν γάρ ὑμᾶς ἐν τούτῳ ἀδικοῦμεν ἤ ἠδικήσαμεν, ἀλλά μεταδοῦναι ποθοῦμεν ἐξ ὧν εἰλήφαμεν τοῖς συνδούλοις ἡμῶν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς, οἱ Χριστοῦ λαός καί ποίμνιον ἱερόν καί βασίλειον ἱεράτευμα ἀκούειν καί καλεῖσθαι ἠξιωμένοι.
Ὥσπερ γάρ πτωχός τις φιλάδελφος παρά τινος φιλοχρίστου καί ἐλεήμονος αἰτήσας καί λαβών νομίσματα, ἀποτρέχει πρός τούς συμπένητας αὐτοῦ ἐν χαρᾷ καί καταμηνύει λέγων ἐν μυστηρίῳ αὐτοῖς· “Δράμετε σπουδῇ καί ὑμεῖς, ἵνα λάβητε”, δακτυλοδεικτῶν καί ὑποδεικνύων αὐτοῖς τόν τό νόμισμα αὐτῷ ἐπιδόντα, εἰ δέ καί διαπιστοῦσιν, ἐπί τῆς παλάμης ἀπογυμνώσας δείκνυσι καί αὐτό, ἵνα πιστεύσαντες σπουδῇ χρήσωνται καί τόν ἐλεήμονα ἐκεῖνον ἄνδρα ταχύ καταλάβωσιν, οὕτω δή καί ὁ ταπεινός ἐγώ, ὁ πτωχός καί γυμνός ἀγαθοῦ καί δοῦλος τῆς ἁγιωσύνης πάντων ὑμῶν, πεῖραν τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας καί συμπαθείας λαβών, ὡς διά μετανοίας (423) αὐτῷ προσελθών καί διά τῆς τοῦ ἁγίου Συμεών μεσιτείας, τοῦ πατρός μου καί πατρός ὑμῶν, τήν χάριν ἀπειληφώς ὁ ἀνάξιος πάσης χάριτος, οὐ φέρω μόνος ταύτην κρύπτειν ἐν κόλπῳ ψυχῆς, ἀλλά πᾶσι τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῖν λέγω καί πατράσι μου τάς δωρεάς τοῦ Θεοῦ καί ὁποῖόν ἐστι τό δοθέν μοι τάλαντον, ὅσον τό ἐπ᾿ ἐμοί, φανερῷ ὑμῖν καί διά τοῦ λόγου ὡς ἐπί παλάμης ἀπογυμνῶ τοῦτο, καί λέγω οὐχ ὡς ἐν παραβύστῳ καί μυστηρίῳ, ἀλλά μεγάλῃ βοῶν τῇ φωνῇ· “Δράμετε, ἀδελφοί, δράμετε”, καί οὐ βοῶ μόνον, ἀλλά καί ὑποδεικνύω τόν διδόντα Δεσπότην, τόν λόγον πάλιν ἀντί δακτύλου ὑμῖν προβαλλόμενος. Ἄνθρωπος μέν γάρ ἐάν ὀβολόν πτωχῷ τινι δῷ, εἶτα ἐκεῖνος πρός τό καί ἑτέροις δοῦναι τοῦτον καταμηνύσειεν, ὀργίζεται καί πρός τό δοῦναι μᾶλλον σκληρύνεται, ὁ δέ Θεός οὐχ οὕτως, ἀλλά τοὐναντίον ἅπαν ποιεῖ. Ἐάν γάρ τινι δῷ πνευματικόν χάρισμα ἤγουν τάλαντον καί οὐ κηρύξῃ τοῖς πᾶσι καί δημοσιεύσῃ αὐτό, “Προσέλθετε”, λέγων, “πρός τόν ἁπλῶς διδόντα Δεσπότην καί μηδένα κενόν ἀποστρέφοντα”, ἀλλά λαβών κρύψειε κατορύξας αὐτό, τότε μᾶλλον ὀργίζεται κατά τοῦ λαβόντος ὡς φθονεροῦ καί μή θέλοντος τούς ἑαυτοῦ ἀδελφούς λαβεῖν, ὡς αὐτός ἔλαβε.

ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ;


 
ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ;

Αυτό που ζητάει ο Θεός από όλους μας, ξέρετε πιο είναι;
«ΓΙΕ ΜΟΥ, ΚΟΡΗ ΜΟΥ, ΕΜΠΙΣΤΕΨΟΥ ΜΕ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΣΟΥ ΖΗΤΑΩ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ».
Είναι αυτό που λέει ο πατέρας στο γιό του:
«Γιατί έχεις αγωνία παιδί μου; Εμπιστέψου με. Εγώ είμαι ο πατέρας σου! Εγώ θα σε θρέψω! Εγώ θα κάνω τα πάντα για σένα! Θα ιδρώσω, θα κοπιάσω, θα πονέσω, αλλά θα σε κάνω αυτό που θέλεις». Και όταν το παιδί εμπιστεύεται τον πατέρα του, τότε τι κάνει εκείνος;
Κάνει τα αδύνατα δυνατά, για να δώσει τη χαρά στο παιδί του.
Τίποτα άλλο δεν θα μ’ άρεσε να έφτιαχνα, παρά μόνο μια εικόνα του Χριστού, όμορφη όπως είναι Εκείνος, μέσα σε ένα φως της δικής Του χαράς και αγάπης, γιατί μόνο αυτό βγάζει ο γλυκύτατος Ιησούς και να έγραφα από πάνω «Η ΑΚΡΑ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ», γιατί αυτό είναι που ζητάει ο άνθρωπος, για να νιώσει ευτυχισμένος.


 Η άκρα ευσπλαχνία, είναι ιδιότητα μόνο της μητέρας.
Μέσα σ’ ένα αντρόγυνο όταν το παιδί κάνει κάποιο λάθος, ο πατέρας αντιδράει πιο δυνατά. Καμιά φορά μπορεί να του πει: «Σταμάτα παιδί μου, μέχρι εδώ! Δεν σε θέλω. Ή άλλαξε ζωή, ή φύγε».
Είναι σκληρός ο πατέρας, δεν αντέχει αυτό που κάνει το παιδί του.
Η μητέρα όμως, τι κάνει;
Προσπαθεί όλα να τα κουκουλώσει, γι’ αυτό και την ακούς να λέει:
«Μα είναι το παιδί μου! Είναι το σπλάχνο μου! Είναι το αίμα μου!».
Δικαιολογεί συνέχεια το παιδί της και το παιδί καταλαβαίνει αυτή της την πράξη.
Γι’ αυτό και νιώθει το παιδί ότι, εάν όλος ο κόσμος το έδιωχνε, το μόνο πλάσμα που ποτέ δεν μπορεί να το κάνει από τη φύση της είναι μόνο η μητρική καρδιά της μητέρας του.
Γι’ αυτό όσα λάθη και αν έχει ένα παιδί, οτιδήποτε και να είναι, στη μαμά του θα πάει πάλι.
Το ίδιο κάνει και ο Θεός, γιατί είμαστε τα σπλάχνα Του!
Όσα λάθη και αν κάνουμε δεν μας διώχνει, γιατί είναι η Μάνα μας. Δεν μας δίνει μόνο την στοργική Του αγκαλιά, αλλά μας λατρεύει με την μητρική Του καρδιά. Το μόνο που μας ζητάει είναι απλά να Τον εμπιστευτούμε.
Γι’ αυτό αξίζει πολλές φορές την ημέρα να επαναλαμβάνουμε αυτή την πολύ δυνατή προσευχή: «ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ, Σ’ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ».

(απόσπασμα από κήρυγμα του π. Ελπιδίου Βαγιανάκη)

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Θέμα Θ: Διαίρεση και κατάταξη των παθών (Περίληψη)




Διάγραμμα – Περίληψη
Θέματος Θ' τοῦ Θεολογικοῦ Προγράμματος «Ὀρθοδοξία καί Ζωή»
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας,
περιόδου Ζ΄, ἔτους 2012-2013.

Εἰσαγωγικά: Ἡ διαίρεση, κατάταξη καί ἀνάλυση τῶν παθῶν εἶναι ἀναγκαίαγιά τή θεραπεία τους, ὅπως εἶναι ἀναγκαία γιά τή θεραπεία τους ἡ ἀνάλυση τῶν ἀσθενειῶν ἀπό τούς γιατρούς. Στήν Πατερική Παράδοση συναντᾶμε διάφορες διαιρέσεις καί κατατάξεις τῶν παθῶν, ἀπό τίς ὁποῖες οἱ πιό συνηθισμένες εἶναι:

α) Σωματικά καί ψυχικά πάθη: Ὅπως ὁ ἄνθρωπος διαιρεῖται σέ σῶμα καί ψυχή, ἔτσι καί τά πάθη διαιροῦνται σέ σωματικά καί ψυχικά. Ὁ ὑποταγμένος στά σωματικά πάθη καλεῖται «σαρκικός ἄνθρωπος» καί ὁ ὑποταγμένος στά ψυχικά πάθη καλεῖται «ψυχικός ἄνθρωπος». Ὁ ἀπαλλαγμένος καί ἀπό τά σωματικά καί ψυχικά πάθη καί πορευόμενος κατά τό φρόνημα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καλεῖται «πνευματικός ἄνθρωπος». Ἡ σχέση - ἀντίθεση «ψυχικοῦ» καί «πνευματικοῦ» ἀνθρώπου: «ψυχικός ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γάρ αὐτῷ ἐστί» (Α' Κορ. 2,14). Συνήθως, ὅλα ὅσα ἀποκαλεῖ ὁ «κόσμος» «πνευματικά», ἀποτελοῦν ἐκδηλώσεις τοῦ «ψυχικοῦ» ἀνθρώπου. Ψυχικά πάθη καλοῦνται ὅσα εἶναι «μόνης τῆς ψυχῆς» καί σωματικά πάθη εἶναι «τά μετά κοινωνίας τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος γινόμενα». Κατά τήν Πατερική Παράδοση, δέν ὑπάρχουν καθ’ αὐτό σωματικά πάθη, οὔτε καθ’ αὐτό σωματικές ἠδονές ἤ ἁμαρτίες: «μόνου δέ τοῦ σώματος οὐκ ἄν εὕροι τις ἡδονάς» (Ἰω. Δαμασκηνός). Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέν δέχεται ἀντίθεση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Κατά τήν πλατωνική ἐκδοχή, ἡ ψυχή εἶναι τό καλό μέρος τοῦ ἀνθρώπου καί τό σῶμα εἶναι τό κακό, ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἀντίληψη αὐτή μέ διάφορες τροποποιήσεις ἐπιβίωσε στήν αἵρεση τοῦ Μανιχαϊσμοῦ (γ' αἰ.) καί μετέπειτα στόν Δυτικό χριστιανισμό (Παπικό καί Προτεσταντικό), ἀλλά καί σέ σύγχρονες Ὀρθόδοξες θρησκευτικές ὀργανώσεις. Ἀντίθετα, κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπό τήν ψυχή: «οὔκουν οὐκ ἐκ τοῦ σώματος ἡ ἁμαρτία, ἀλλ' ἐκ τῆς ψυχῆς» καί «τὸ σῶμα νεκρόν κείμενον, οὐχ ἁμαρτάνει» (Ἰω. Δαμασκηνός). Συνήθη ψυχικά πάθη: ὑπερηφάνεια, κενοδοξία, φθόνος, ὀργή, θυμός, ἀκηδία, ἀχαριστία κ.ἄ. Συνήθη σωματικά πάθη: πορνεία, γαστριμαργία, μέθη, κλοπή.
β) «Μητέρες» καί «θυγατέρες» παθῶν: Μεταξύ τῶν παθῶν ὑπάρχει στενή σύνδεση καί ἀλληλεπίδραση. Ὑπάρχουν πάθη πού γεννοῦν ἄλλα πάθη («μητέρες» καί «θυγατέρες» παθῶν). Ἄν κάθε πάθος γεννιέται ἀπό ἄλλο, πρέπει νά ἀναζητήσουμε τό πρῶτο πάθος ἀπό τό ὁποῖο προέρχονται ὅλα τά ἄλλα. Κατά τούς Πατέρες, ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν εἶναι ἡ Φιλαυτία: «Ἀρχή μέν πάντων τῶν παθῶν ἡ φιλαυτία, τέλος δέ, ἡ ὑπερηφανία». «Ὁ ἔχων τήν φιλαυτίαν, δῆλον ὅτι ἔχει πάντα τά πάθη». «Φιλαυτία ἐστίν ἡ πρός τό σῶμα (=πρός τόν ἑαυτό μας) ἐμπαθής καί ἄλογος φιλία». «Ὁ ταύτην ἐκκόψας, συνέκοψε πάντα τά πάθη τά ἐξ αὐτῆς» (Μάξιμος Ὁμολογητής). Ἀπό τή Φιλαυτία προέρχονται οἱ τρεῖς «γίγαντες τῶν παθῶν» (τά τρία Φ): α) ἡ Φιληδονία, β) ἡ Φιλοδοξία καί γ) ἡ Φιλαργυρία. Ὅλα τά ἄλλα πάθη εἶναι παράγωγα ἤ ὑποδιαιρέσεις τῶν μεγάλων αὐτῶν παθῶν.

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ .....ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ;
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiwnjUgpVvy5Xj-aQ6L5qLoICsEh9d9_pYYIvwkCia8IBNQ2OEIqFGyCd-kCftBbeHARnNcrx-HfDGD-Kmlm_RlE5uJ4mLysRRSnmR6XeP6-V1pp3OSwAHHKo1DAgCjl-YFy7Z1HvNHQZ85/s1600/KAKOS.jpg

Τί μάς διδάσκει το εκκλησιαστικό παρελθόν σχετικώς με την υπακοή στον Πνευματικό μας Πατέρα, όταν πρόκειται περί θέματος Πίστεως, δογματικό ή σχετικό με τους ιερούς Κανόνες; Οφείλουμε αδιάκριτη υπακοή όταν ο Πνευματικός αντιτεθεί προς την Παράδοση της Εκκλησίας ή όχι; Παίρνουμε επάνω μας έναντι Θεού την ευθυνη της «ανυπακοής» ή μάς καλύπτει η υπακοή στον Χριστό βάσει της αλαθήτου Παραδόσεως της Εκκλησίας; Σε τούτα τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μερικές απαντήσεις.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή
1. Ο Πνευματικός πρέπει να είναι ο καλύτερος δυνατός, από πάσης απόψεως
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις
3. Απαγορεύεται η αδιαφορία η η σιωπή περί των αιρέσεων εκ μέρους του Πνευματικού
4. Τι λέγει η Αγία Γραφή για την αξιέπαινη απείθεια
5. Ο Μοναχός πρέπει να φεύγει από την υπακοή σε αιρετικό Ηγούμενο, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες
6. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά ανυπακοή στους κακοδόξους εκκλησιαστικούς ηγέτες
7. Η «Κλίμαξ» διευκρινίζει ότι ο ταπεινός Μοναχός αντιλέγει στους Προεστώτες, εάν πρόκειται περί Πίστεως.
8. Το έμπρακτο υπόδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
9. Η διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
10. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ υπέρ της προσεκτικής υπακοής
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


Εισαγωγή

Το θέμα της υπακοής στον Πνευματικό Πατέρα, όσον αφορά στα θέματα Πίστεως, θέμα ιδιαιτέρως λεπτό και άγνωστο, περιλαμβάνεται στο γενικότερο θέμα της υπακοής στον Επίσκοπο, διότι η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού δεν νοείται χωριστά από τη σχέση του χριστιανού με τον Επίσκοπο της Εκκλησιαστικής Κοινότητος· ο Πνευματικός δεν καθοδηγεί ιδίω δικαίω τους πιστούς βάσει της Ιερωσύνης του, αλλά με ενταλτήριο γράμμα του οικείου Επισκόπου, καθώς ορίζουν οι ιεροί Κανόνες και πλέον φανερά ο 50ος (46) της εν Καθαγένη αγίας Τοπικής Συνόδου1. Έτσι, εν πολλοίς ισχύει και περί του Πνευματικού Πατρός, ό,τι ήδη έχουμε ειπή σε αναφορά προς τον Επίσκοπο και την ανάμειξη των λαϊκών στα θέματα Πίστεως σε προηγούμενες ενότητες.
Εάν δηλαδή οι πιστοί έχουν το δικαίωμα βάσει του παραδείγματος των Αγίων στην εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και βάσει των ιερών Κανόνων, να απειθούν σε αιρετίζοντες Επισκόπους και να αποχωρίζονται από την κοινωνία (και την κοινότητά) των (όπως ορίζουν κυρίως οι ιεροί Κανόνες, 31ος Αποστολικός και 15ος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου), πολλώ μάλλον πρέπει να διαχωρίζονται από Πνευματικούς οι οποίοι αναπτύσσουν χωρίς μεταμέλεια ετερόδοξα φρονήματα.
Αν ο Επίσκοπος, στη θέση του οποίου ενεργεί ο Πνευματικός το Μυστήριον της προς Θεόν καθοδηγήσεως των πιστών, Μυστήριον Μετανοίας και Εξομολογήσεως, δεν είναι "ex officio" («εκ του αξιώματος») αλάθητος, πολύ περισσότερο ο Πνευματικός, ο οποίος μετέχει της χάριτος της Ιερωσύνης σε βαθμό μικρότερο από τον Επίσκοπο, δεν είναι οπωσδήποτε αλάθητος.

Σχέση μεταξύ ψυχής, νοός, καρδιάς και διανοίας (λογικής)



Η Δίκη του Μάξιμου του Γραικού

Συγγραφέας:
Κωνσταντίνος Τσιλιγιάννης , δικηγόρος-ιστορικός και ερευνητής.

Έκδοση :
Ινστιτούτο Έρευνας, διάσωσης και προβολής πνευματικών και πολιτιστικών παραδόσεων
«ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ».

Ο κ. Κων/νος Τσιλιγιάννης, διακεκριμένος ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, αλλά και σύγχρονος ερευνητής του βίου και του έργου του Αγίου Μαξίμου μετά από 15 χρόνια μελέτης και έρευνας για το συγκεκριμένο θέμα παρουσιάζει το εν λόγω βιβλίο του, αναλύοντας και ερμηνεύοντας την σπουδαιότητα των Πρακτικών της Δίκης, εξαίροντας βέβαια το πρόσωπο του αγαπημένου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Η πολύχρονη εμβριθής μελέτη του κ.Τσιλιγιάννη σε ό,τι αφορά τον φωτεινό αστέρα της Ορθοδοξίας που ονομάζεται Μάξιμος Γραικός, αλλά και η ιδιότητά του ως δικηγόρου εγγυώνται μία συνεπή και άψογη τεκμηρίωση και παρουσίαση των συμπερασμάτων της έρευνάς του από ιστορικοθεολογικής και νομικής απόψεως.

«Ο Άγιος Μάξιμος, γράφει στον πρόλογο ο Γέροντας Εφραίμ ηγούμενος της Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, υπέμεινε με πολλή ταπείνωση την άδικη καταδίκη του στις δίκες του 1525 και 1531. Το φοβερό είναι ότι μετά την κοίμηση του Αγίου κάποιοι δεν ήθελαν ούτε τα Πρακτικά αυτών των Δικών να μείνουν ανόθευτα».

Σχέση μεταξύ ψυχής, νοός, καρδιάς και διανοίας (λογικής)



 
Μητροπολ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου
 
 
Πηγή: Ιεροθέου Βλάχου: "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία" σελίδες 111-115. (Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989).
Είναι αναγκαίο για έναν Χριστιανό που εμβαθύνει στην ψυχοθεραπευτική μέθοδο της Εκκλησίας, να γνωρίζει την έννοια των βασικών όρων που περιέχονται στα ψυχοθεραπευτικά κείμενα των αγίων μας, αυτές τις συνταγές θεραπείας του ανθρώπου. Προς το σκοπό αυτό, ανεκτίμητο είναι το εξαιρετικό βιβλίο του σεβ. Ιεροθέου Βλάχου "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", από το οποίο παραθέτουμε απόσπασμα από τις σελίδες 111-115. (Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989).
 

1. Η εναλλαγή των όρων
    Στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων γίνεται μια σύγχυση αλλά και διάκριση μεταξύ των όρων ψυχής, νοός, καρδίας και διανοίας. Όποιος εντρυφά στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την Καινή Διαθήκη το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι αυτή η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών και όρων. Οι όροι αυτοί εναλλάσσονται. Το θέμα με απασχολούσε από πολλά έτη και προσπαθούσα να βρω μια λύση. Διαβάζοντας την σχετική βιβλιογραφία διαπίστωνα την αδυναμία των ερμηνευτών, εκτός εξαιρέσεων, να καθορίσουν την σχέση και την διάκριση αυτών των όρων. Γι’ αυτό στην παράγραφο αυτή θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε τους όρους και να διαγράψουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται κάθε όρος.
    Έχουμε έως τώρα αναπτύξει ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι το κατ’ εικόνα, και επειδή η ψυχή ζωοποιεί συνημμένο σώμα, γι’ αυτό το κατ’ εικόνα του ανθρώπου είναι ισχυρότερο από το κατ’ εικόνα των αγγέλων. Επειδή η ψυχή βρίσκεται μέσα σε όλο του σώμα, «πανταχού του σώματος», γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθή κατ’ εικόνα και όλος ο άνθρωπος και αυτό ακόμη το σώμα. Είναι χαρακτηριστικό το τροπάριο του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού που ψάλλεται στην εξόδιο ακολουθία. «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον μη έχουσαν είδος». Είναι φανερό ότι στο τροπάριο αυτό το κατ’ εικόνα αναφέρεται στο σώμα που βρίσκεται στον τάφο.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Η αγάπη του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου

  



Η αγάπη του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου
                                                                           π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής της Σταυροπροσκύνησης, στη μέση της Μ. Σαρακοστής, θα παραμένει πάντα η πρόσκληση για ανταπόκριση στη θεϊκή αγάπη. Καθώς ο Σταυρός του Κυρίου θα υψώνεται στο μέσο του ναού, ως βεβαίωση της μέχρι θανάτου θυσίας του Υιού του Θεού, ο Λόγος Του θα προσκαλεί για ελεύθερη άρση του δικού μας σταυρού ως έκφραση της αγάπης μας προς Εκείνον.
Αυτό το «ὅστις θέλει» δείχνει τη μεγάλη αξία του κάθε ανθρώπου, που ως εικόνα Θεού έχει, ως δώρο, μεταξύ των άλλων, την ελευθερία. Κανείς δε μπορεί να τον αναγκάσει, να εκβιάσει τον ιδιαίτερο χώρο της καρδιάς του, να τον κάνει να θέλει. Μπορεί να στερήσει τις εκδηλώσεις της ελευθερίας του, όπως τις κινήσεις, τα λόγια, τη συμπεριφορά του, όχι όμως τη θέλησή του.
Το δώρο της ελευθερίας, δοσμένο από το Θεό της αγάπης και της όντως ελευθερίας, καθορίζει τον κόπο, την επιθυμία, την άσκηση, που θα μας οδηγήσουν στην ένωση μαζί Του. Αγάπη χωρίς την ελευθερία δεν υπάρχει. Γιατί η αγάπη, που στηρίζεται στην ελευθερία, οδηγεί στη σχέση με το Θεό και με τους ανθρώπους.
Στους βίους των αγίων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, παρατηρούμε να γίνεται προσπάθεια και αγώνας, κάποτε υπεράνθρωπος. Τι άλλο δείχνει αυτό παρά την ελεύθερη θέλησή τους ν’ αγαπήσουν το Θεό της καρδίας τους; Κι αν μας κυριαρχεί η αδιαφορία και η αδυναμία να κάνουμε κάτι, τι άλλο δείχνει παρά τη ψυχρότητα της αγάπης μας; Έτσι, το δώρο της ελευθερίας μας γίνεται το κριτήριο που οδηγεί στην ένωση με το Θεό ή την απομάκρυνσή μας, δηλαδή τον παραδείσο ή την κόλασή μας. Η αδυναμία και η ασθένειά μας υπερβαίνονται με τη Χάρη, που έρχεται δυναμικά σε όσους την καλούν καταθέτοντας τη θέλησή τους για προσπάθεια.
Ο Θεός του Χριστιανισμού, «ὁ Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν», δεν είναι ο κυρίαρχος των ανθρώπων, δίκη δικτάτορα, αλλά ο «πάσχων», ο Εσταυρωμένος, ο προσκαλών τον άνθρωπο εν ελευθερία. Μια ελευθερία, βέβαια, που δύσκολα κατανοείται από τη λογική μας και μάλλον παρεξηγείται ως αδυναμία ή αδιαφορία. Επηρεαζόμενοι από την ανθρώπινη συμπεριφορά, αδυνατούμε να δούμε πίσω από την ελευθερία το σεβασμό του προσώπου και την αγάπη.
Αρχίζοντας να δημιουργούμε σχέση μαζί Του, με την προσευχή, τη μυστηριακή ζωή και την τήρηση των εντολών Του, κατανοούμε το «φοβερό της ελευθερίας», κατά το Γέροντα Σωφρόνιο του Essex, αλλά και το μεγαλείο της αγάπης Του. Ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στο Θεό του ως «ίσος προς ίσον», δεχόμενος να ζήσει τη ζωή Του ως ζωή του ή αρνούμενος να το κάνει. Ο Θεός του δεν τον εκδικείται για την άρνησή του ούτε τον απειλεί για τα επακόλουθα, παρά μόνο αναμένει την ώρα που τα γεγονότα της ζωής θα οδηγήσουν τον άνθρωπο κοντά Του και Αυτός θα χαρεί την επιστροφή του αγαπημένου.
Τελικά, το «ὅστις θέλει» γίνεται το «παρακάλιο του Θεού» που ζητιανεύει την αγάπη μας ακολουθώντας Τον «ὅπου ἄν ὑπάγῃ». Τότε κατανοούμεν ότι το «ὅστις θέλει», από την πλευρά μας, γίνεται άρνηση του εαυτού μας και άρση του σταυρού μας – καταστάσεις επώδυνες και «θανατηφόρες».
Η συμπόρευση Χριστού και χριστιανού είναι στην ουσία συσταύρωση και συνανάσταση, Γολγοθάς και «κενό μνημείο». «Δεῦτε οὖν καί ἡμεῖς συμπορευθῶμεν Αὐτῷ …»