Κυριακή 20 Απριλίου 2014

ΩΣΠΕΡ ΠΕΛΕΚΑΝ ΤΕΤΡΩΜΕΝΟΣ

ΩΣΠΕΡ ΠΕΛΕΚΑΝ ΤΕΤΡΩΜΕΝΟΣ
 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEinPBrGZGqTCzCK11KQunsdDUOAPEMMSBv3P5Jpgf6srW-fZH6I2kW21FKgHf8cgsQcQKpWzLWxm8VfzzXzFBqkh1Gpb37V-Lg1KIw77EJIkH0vGvvbX9Wv1gmn16bjAE5NaYpjR3qdoz5w/s1600/pelican1.jpg
Καμμία ἀγάπη εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν ἠμπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπό τόν πατέρα μας, περισσότερο ἀπό τή μητέρα μας, περισσότερο ἀπό τόν ἀδελφό μας, περισσότερο ἀπό τόν φίλο μας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ καί τότε πού ἡμεῖς δέν Τόν ἀγαποῦμεν. Ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ καί τότε πού ἡμεῖς Τόν ἀρνούμεθα καί τότε πού ἡμεῖς Τόν προδίδουμε. Αὐτός συνεχίζει νά μᾶς ἀγαπᾶ ἀκατάπαυστα καί χωρίς ὅρια καί περισπασμούς.
 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgHA6ZomLW7eqrTq11kS2VqhXZ4PfzwkcVBTg_HST7VFuZ8u_D7LfIzu1G7rz9lKLCfvOSXzb3f7N4BmizPKqrtbIYzvwnknxQ0am9c2W2gzFVaHhpOMJc_XvYDU7eUPwRU7bQVTzvqjGXW/s1600/%CF%89%CC%81%CF%83%CF%80%CE%B5%CF%81+%CF%80%CE%B5%CC%81%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD.jpg

  Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν μεγαλυτέρα ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης Του. Τά λόγια τοῦ ἐπιταφίου θρήνου ἔχουν ἐδῶ τήν θέσιν τους: «ὥσπερ πελεκάν τετρωμένου τήν πλευράν Σου, Λόγε, Σούς θανόντας παῖδας ἐζώωσας, ἐνστάξας ζωτικούς αὐτοῖς κρουνούς». Ἑρμηνεία: «ὅπως τό πτηνό πού λέγεται πελεκάνος, τρυπᾶ μέ τό ράμφος του τήν πλευράν του καί μέ τό αἷμα πού ἀναβλύζει ζωογονεῖ τά νεογνά του ( ὅταν τά δαγκάσει φαρμακερό φίδι ), κατ’ αὐτόν τόν τρόπο καί Σύ Λόγε τοῦ Θεοῦ, ἔδωσες ζωή στά παιδιά Σου πού ἦταν νεκρά ἀπό τήν ἁμαρτία ( πού ἦταν δαγκωμένα ἀπό τό νοητό ὄφι ), στάζοντας ἐπάνω τους τό Ζωηφόρον Αἷμα Σου».
 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiNKyOhHxiFs9k5sdExZ45J2DuZIIij7wC_s6iGvLwVMBIY-ic0_GZTnGnqbyXBm8NzGUk2Ca_BvJ4WLBa2ck2MkBCCp8O85wQZRAR1gLLabDp4LXnlUYoEhIAAiJUTvnUEr9nPCm1LVIM/s1600/634698330979772000634698329944253984%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.J.JPG
Ὅμως, ἀδελφέ μου, τί γίνεται μέ τή δική σου καί τή δική μου τήν καρδιά;...
Ποιόν ἀγαπᾶ;...
Σέ ποιόν εἶναι δοσμένη;...
Γιά ποιόν εἶναι τετρωμένη κι ἕτοιμη νά θυσιαστεῖ ὥσπερ πέλεκαν;...
 http://images.cuddlycomments.com/1/3446752156805567b9.gif
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEidUU4FEzNty0rOnJTJi9YHSYgUWjKGZbTu8NhOlw4sGVUiDUo8_zuPocqGb27rBvBKUiKiORTr59cDffSbX5Ru4nUukSoX_CbzcSFVPA4eLqnhiCSUPH3ooDZdxTDZMQJRCNXxJ50vrhc/s1600/akratapeinosi.jpg
 "Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν,
 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται
 ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον"
(Ἰωά. 3:16)
Μ.Σ. ἐκπ/κός 

Γιατί ὁ Χριστός δέν ἄλλαξε τόν Ἰούδα;




«Τότε, ἀφοῦ πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἶπε, τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»[...] 

Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ πόρνη μετανοοῦσε, ὅταν καταφιλοῦσε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, τότε πρόδινε τὸ Δάσκαλο ὁ μαθητής. Γι' αὐτὸ εἶπε «τότε», γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσεις γιὰ ἀδυναμία τὸ Δάσκαλο, ὅταν βλέπεις τὸν μαθητή του νὰ τὸν προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Δασκάλου, ὥστε νὰ πείθει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες. 

Θὰ ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ μεταστρέφει τὶς πόρνες καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν, δὲν κατάφερε νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ μαθητῆ του; Εἶχε τὴ δύναμη νὰ κερδίσει τὸ μαθητή, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταβάλει ἀναγκαστικὰ στὸ καλό, οὔτε μὲ τὴ βία νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε». Καὶ τὸ «ἀφοῦ πῆγε» αὐτὸ δὲν στερεῖται κάποιας σημασίας. Γιατί δὲν κάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς τὸν Ἰούδα, οὔτε ἀναγκάστηκε, οὔτε ὑποχρεώθηκε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μόνος του κι ἐλεύθερα γέννησε τὴν πονηρὴ αὐτὴ σκέψη κι ἔβγαλε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, χωρὶς νὰ ἔχει κανέναν σύμβουλο σ' αὐτὸ τὸ πονηρό του ἔργο. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε ...; ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα».

Τί σημαίνει τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα»; Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα» δείχνει πὼς ἡ κατηγορία τοῦ Ἰούδα εἶναι πολὺ μεγάλη. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε καὶ ἄλλους μαθητές, ἑβδομήντα συνολικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι βρίσκονταν σὲ δεύτερη θέση καὶ δὲν ἀπολάμβαναν τόση τιμή, οὔτε εἶχαν τόση οἰκειότητα μὲ τὸν Διδάσκαλο, οὔτε γνώριζαν τόσο τὰ μυστικὰ Του ὅσο οἱ δώδεκα. Αὐτοὶ προπάντων ἦταν οἱ ἐκλεκτοί, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὸν στενὸ κύκλο τοῦ Βασιλιᾶ, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμάδα ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ Δάσκαλο, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεπήδησε ὁ Ἰούδας.

Γιὰ νὰ μάθεις, λοιπόν, ὅτι δὲν Τὸν πρόδωσε ἁπλῶς κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς Του, γι' αὐτὸ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα». Καὶ δὲ ντρέπεται ὁ Ματθαῖος νὰ τὸ ἀναφέρει. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο νὰ ντραπεῖ; Τὸ ἀναφέρει γιὰ νὰ μάθεις πὼς παντοῦ καὶ πάντα λένε οἱ Εὐαγγελιστὲς τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν ἀποκρύπτουν τίποτα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ἀξιοκατάκριτα. Γιατί αὐτὰ ποὺ φαίνονται πὼς εἶναι ἀξιοκατάκριτα, αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου. Ὅτι δηλαδὴ προσέφερε τόσα πολλὰ ἀγαθὰ στὸν προδότη, τὸ ληστή, τὸν κλέφτη (τὸν Ἰούδα) καὶ συνέχιζε μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τὸν ἔχει κοντά Του. Καὶ μάλιστα τὸν νουθετοῦσε καὶ τὸν συμβούλευε καὶ τὸν φρόντιζε μὲ κάθε τρόπο.

Ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔδινε σημασία, δὲν φταίει ὁ Κύριος. Καὶ μάρτυρας εἶναι ἡ πόρνη, καὶ μὴ πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τὸν Ἰούδα. Γιατί καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὀλέθρια, καὶ τὸ ὑπέρμετρο θάρρος καὶ ἡ ἀπελπισία (ἀπόγνωση). Γιατί τὸ ὑπέρμετρο θάρρος κάνει νὰ πέσει κάτω αὐτὸς ποὺ στέκεται ὄρθιος, καὶ ἡ ἀπελπισία ἐμποδίζει νὰ σηκωθεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει πέσει. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβούλευε λέγοντας: «Αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς στέκεται, ἂς προσέχει μὴν πέσει». 

Ἔχεις τὰ παραδείγματα καὶ τῶν δύο πῶς ἔπεσε δηλαδὴ ὁ μαθητής, ποὺ νόμιζε πὼς στεκόταν ὄρθιος, καὶ πῶς σηκώθηκε ἡ πόρνη ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ σκέψη μας εὔκολα παρασύρεται καὶ ἡ θέλησή μας εἶναι εὐμετάβλητη. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ διαφυλάσσουμε καὶ νὰ ὀχυρώνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ παντοῦ.[...] 
http://fdathanasiou.files.wordpress.com/2011/09/news-cf80cebfcf83cebf-ceb1cf83cf86ceb1cebbceaecf82.jpg?w=645 
«Ὥστε ὁ δοκῶν ἐστάναι βλεπέτω μή πέση» (Α΄Κορ. 10,12)

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πές μου Ἰούδα, αὐτά σοῦ ἔμαθε ὁ Χριστός; Γι' αὐτὸ τὸ λόγο δὲν ἔλεγε, «μὴν ἀποκτήσετε χρυσὰ νομίσματα, οὔτε ἀσημένια, οὔτε χάλκινα που νὰ τὰ φυλάγετε στὶς ζῶνες σας», θέλοντας νὰ περιορίσει ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὴ φιλαργυρία σου;[...] 

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πολὺ σκληρὰ εἶναι τὰ λόγια αὐτά. Πές μου, μπορεῖς ἐσὺ νὰ παραδώσεις Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα, ποὺ ἐξουσιάζει τοὺς δαίμονες, ποὺ διατάσσει τὴ θάλασσα καὶ εἶναι ὁ Κύριος ὅλων ὅσων ὑπάρχουν στὴ φύση; Γιὰ νὰ περιορίσει λοιπὸν τὴ παραφροσύνη του καὶ γιὰ νὰ δείξει πὼς ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ προδιδόταν, ἄκουσε τί κάνει. Κατὰ τὴν ὥρα ἀκριβῶς τῆς προδοσίας, ὅταν ἦρθαν ἐναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες καὶ πυρσούς, τοὺς λέει: «Ποιὸν ζητᾶτε;» καὶ δὲν γνώριζαν Ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβουν. Τόσο πολὺ ἔλειπε ἡ δύναμη ἀπὸ τὸν Ἰούδα στὸ νὰ παραδώσει τὸν Κύριο, ὥστε δὲν Τὸν ἔβλεπε τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ Τὸν παραδώσει, ἐνῶ ἦταν παρών, καὶ ὅλα αὐτὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπῆρχαν τόσες λαμπάδες καὶ τόση φωτοχυσία.

Αὐτὸ βέβαια ὑπαινίχθηκε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγοντας ὅτι εἶχαν λαμπάδες καὶ πυρσοὺς καὶ δὲν τὸν ἔβλεπαν. Καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ τὸ ὑπενθύμιζε καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ μπορέσει νὰ Τὸν προδώσει στὰ κρυφά. Καὶ μάλιστα δὲν τοῦ ἔκανε (ὁ Κύριος) παρατηρήσεις φανερὰ μπροστὰ σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνει πιὸ ἀδιάντροπο, οὔτε πάλι ἀποσιωποῦσε τὰ σφάλματά του, γιὰ νὰ μὴν νομίζει ὅτι περνοῦν ἀπαρατήρητα καὶ ἐπιχειρήσει ἄφοβα τὴν προδοσία, ἀλλὰ διαρκῶς ἔλεγε: «Ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς θὰ μὲ παραδώσει», δὲν τὸν φανέρωσε ὅμως. 
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/c/c6/Giotto_di_Bondone_-_No._31_Scenes_from_the_Life_of_Christ_-_15._The_Arrest_of_Christ_(Kiss_of_Judas)_-_WGA09216.jpg

Εἶπε πολλὰ (ὁ Κύριος) καὶ γιὰ τὴν κόλαση, πολλὰ καὶ γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπέδειξε τὴ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ τὰ δύο, καὶ γιὰ νὰ τιμωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ γιὰ νὰ ἀνταμείβει τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος (ὁ Ἰούδας) ὅλα αὐτὰ τὰ περιφρόνησε, ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἀνακάλεσε μὲ τὴ βία ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε. Ἐπειδὴ λοιπὸν μᾶς δημιούργησε ἐλεύθερους νὰ διαλέγουμε τὶς κακὲς ἢ τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἐπιθυμεῖ νὰ εἴμαστε καλοὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Γι' αὐτὸ ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε, οὔτε μᾶς πιέζει οὔτε μᾶς ἀναγκάζει.

Ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ γίνεται μὲ τὴ βία ἐνάρετος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνάρετος. Ἀφοῦ λοιπὸν κι ἐκεῖνος ἦταν ἐλεύθερος νὰ διαλέξει καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ μὴν ὑποστεῖ βία γιὰ νὰ κλίνει πρὸς τὴ φιλαργυρία, γι' αὐτὸ τυφλώθηκε ἡ σκέψη του, πρόδωσε τὴ σωτηρία του καὶ εἶπε: «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Ἐπικρίνοντας τὴ διανοητική του τύφλωση καὶ τὴν ἀναισθησία, ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει ὅτι τὴν ὥρα ποὺ πῆγαν νὰ συλλάβουν τὸν Κύριο, βρισκόταν μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω».

Καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπ' ὅτι μόλις Ἐκεῖνος ἁπλῶς μίλησε, ἀπομακρύνθηκαν κι ἔπεσαν κάτω. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν σταμάτησαν τὸ ἐπαίσχυντο ἔργο τους, παραδίνεται ἀμέσως σὰν νὰ ἔλεγε: Ἐγὼ ἔκανα τὸ καθῆκον μου, ἀποκάλυψα τὴ δύναμή μου καὶ ἀπέδειξα ὅτι ἐπιχειρεῖτε πράγματα ἀκατόρθωτα. Θέλησα νὰ περιορίσω τὴν κακία σας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσεῖς δὲν θελήσατε καὶ ἐπιμένετε στὴν παραφροσύνη σας, νά, σᾶς παραδίνομαι. 

Τὰ ἀνέφερα ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσουν μερικοὶ τὸν Χριστό, καὶ ποῦν: γιατί δὲν μετέστρεψε τὸν Ἰούδα;


Πηγή: http://www.katafigi.gr/2014/04/1642014.html
 http://www.sigmalive.com/files/image_repository/IMG_8098.jpg

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ποιό φιλί δέν εἶναι τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης...

Ποιό φιλί δέν εἶναι τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης...


Ποιό φιλί δέν εἶναι τῆς ζωῆς
καί τῆς ἀγάπης...

 http://rethemnosnews.gr/wp-content/uploads/2013/09/%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD-%CE%91%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BD.jpg

Ὑπάρχουν ἅγια φιλιά.
"Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ"
(Κορινθ. Β' 13, 12) 
Εἶναι τά φιλιά πού δίδονται μεταξύ ἀνθρώπων 
πού ἐνεργοῦν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ,
ἐν ἁγίῳ πνεύματι καί ἐν ἀληθείᾳ.
Τηροῦντες τίς ἐντολές Του.
Ποιοῦντες τό θέλημά Του.
Εὐθυγραμμιζόμενοι μέ τόν Χρυσό Κανόνα,
σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον
 συμπεριφέρονται στόν πλησίον τους
χωρίς ἰδιότελεια, χωρίς πονηρία,
χωρίς κρυφή σκοπιμότητα κι ἐκμετάλλευση,
ἀλλά ὅπως ἐπιθυμοῦν καί οἱ ἴδιοι νά τούς φέρονται οἱ πλησίον τους,
συγχωροῦντες, ἀληθεύοντες καί ἀγαθοποιοῦντες.
«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως»
(Λουκ. 6, 31) 


 http://www.rightnews.gr/blog/wp-content/uploads/2013/05/%CE%A4%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%99%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1.jpg 

Ὑπάρχουν ὅμως καί τά δόλια φιλιά.
"Ἰούδα, φιλήματι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;"
(Λουκ. κβ' 47)
Εἶναι τά φιλιά πού δέν εἶναι ἀνεκτίμητα, 
ἀλλά ἔχουν περιορισμένη τιμή 
καί ὄχι ἀξία.
Εἶναι τά φιλιά πού δέν χαρίζονται δωρεάν, ὁλόκαρδα κι ἀνιδιοτελῶς,
 ἀλλά ἐξαγοράζονται γιά "τριάκοντα ἀργύρια" καί προσδοκοῦν ἴδιον ἀντάλλαγμα.
Εἶναι τά παραστρατημένα ἀπό τήν ἀλήθεια (τόν Χριστό) φιλιά 
πού δέν ἔχουν ζωή (Χριστό) καί ἀγάπη (Χριστό),
 ἀλλά ψέμμα, θάνατο, κόλαση καί μασκαρεμένο φθόνο,
ὅ,τι δηλαδή δέν Χριστός.
Κι ὅπως ὁ Ἰούδας φίλησε τόν Χριστό
ὡς συνθηματική κίνηση στούς ἐχθρούς Του
γιά νά Τόν συλλάβουν πρός θάνατον, 
ἔτσι κι αὐτοί πού φιλοῦν ὡς Ἰοῦδες,
προδίδουν ἀναιδῶς, 
αὐτούς πού ὑποκρίνονται πώς ἀγαποῦν.
'' Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς , ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή ''
(Ἰωά. 14, 6) 

 https://sphotos-b.xx.fbcdn.net/hphotos-ash4/p480x480/270896_583694478341538_1687275341_n.jpg
Ἐμεῖς ποιόν φιλοῦμε;
Πόσες φορές κάναμε αὐτήν τήν ἐρώτηση στόν ἑαυτό μας;
 Φιλοῦμε τόν Χριστό
στήν φανερή καί στήν μυστική σχέση μας μαζί Του;
«Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, 
ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»
(Λουκ. ι' 27) 
Φιλοῦμε τόν πλησίον μας
σά νά βλέπουμε σέ καθρέφτη τόν Χριστό ἤ τόν ἑαυτό μας;
«Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου...
 καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»
(Λουκ. ι' 27) 
Ἄν ὄχι, τότε ποιόν φιλοῦμε;...
....
Ἄν δέ φιλοῦμε τόν Χριστό καί Θεό καί τόν πλησίον μας, 
τότε...
φιλοῦμε τόν διάβολο.
Καί ἄς μήν πεῖ κανείς ὄχι, δέν φιλοῦμε τόν διάβολο, 
ἀκόμη κι ὅταν δέν φιλοῦμε κανέναν,
διότι ἡ ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ συνανθρώπου μας
μέσα ἀπό τήν ἀγαπητική χώρα τῆς καρδίας μας,
αὐτόματα τήν κάνει χώρα τοῦ σατανᾶ.
Ἀπόντος τοῦ Θεοῦ καί τῆς εἰκόνας Του,
ὁ διάβολος θρονιάζει.
Ὅπως ὅταν σβήσουμε τό φῶς,
αὐτόματα εἶναι σκοτάδι!
"Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί"
(Α' Ἰωά. δ, 8)
Ἄν δέν εἶναι μέσα μας λοιπόν ὁ Θεός, 
δέν ὑπάρχει ἀγάπη γιά κανέναν
καί τότε, ἀναλαμβάνει τά ἡνία ὁ πατέρας τοῦ μίσους διάβολος.
 http://christrescuemission.org/yahoo_site_admin/assets/images/prayer_hands_glitter.43102037_std.gif

Ἐμεῖς πῶς φιλοῦμε;
Πόσες φορές κάναμε αὐτήν τήν ἐρώτηση στόν ἑαυτό μας;
Γιατί δέν φθάνει νά φιλοῦμε,
ἀλλά εἶναι ὑψίστης σημασίας τό πῶς φιλοῦμε.
"Τό καλόν οὐκ ἔστι καλόν, ἐάν μή καλῶς γένηται" 
(Ἅγιος Ἄνθιμος Χίου ὁ Θαυματουργός) 
 Μήν λησμονοῦμε
πώς καί ὁ Ἰούδας φίλησε φανερῶς καί δημοσίως
ἐνώπιον πολλῶν,
ἀλλά τό φιλί του ἦταν πονηρό, φαρμακερό, ἰδιοτελές, φθονερό, θανατηφόρο.
Τό φιλί του ἦταν προδοτικό καί γιά τόν Θεό καί γιά τούς ἀνθρώπους.
Γιατί πρόδωσε τόν Χριστό πού ἦταν ταυτόχρονα Θεός καί ἄνθρωπος,
ἀλλά καί ὅλους τούς ἀνθρώπους πού τόν ἔβλεπαν νά φιλᾶ ψεύτικα.
Μή γένοιτο νά φιλοῦμε ἔτσι,
οὔτε φανερά,
οὔτε μυστικά μέσα στό νοῦ καί στήν καρδιά μας. 

http://www.oknation.net/blog/home/blog_data/36/8036/blog_entry1/blog/2010-02-01/comment/553575_images/24_1264989013.jpg

Καί πῶς νά φιλοῦμε τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους;
Νά μιά καλή ἐρώτηση γιά ὅλους ἐμᾶς!

 

 Νά φιλοῦμε τόν Χριστό ὅπως ἡ μετανοημένη πόρνη.
Ταπεινά σκυμμένοι στά πόδια Του.
Δίχως νά ὑψώνουμε ἀναξίως τά μάτια μας
στό Πανάγιο Πρόσωπό Του,
τό ὁποῖο πολλάκις προδώσαμε κι ἐμεῖς ὡς ὀ Ἰούδας
 μέ τίς ἁμαρτίες μας, τήν ἀμετανοησία μας,
τήν ἀποστασία μας καί τήν παγερή μας διάθεση.
Μέ ἀστειρεύτως ἐκχυνόμενα δάκρυα μετανοίας,
μέ στεναγμούς καί κλαυθμούς σωτήριας ἀπογνώσεως καί θείου πένθους,
μέ ἐλπίδα συγχωρέσεως καί συμφιλιώσεως μαζί Του.
Μυστικά στό νοῦ καί στήν καρδιά μας ἀσταμάτητα
ἔτσι νά Τόν φιλοῦμε 
στήν ἀδιάλειπτη σχέση μας μαζί Του.
Ἀλλά καί φανερά στούς ἀνθρώπους,
ὄχι μέ ἀναίδεια καί ἐπίδειξη,
ἀλλά διακριτικά καί ὁμολογιακά,
γιά νά ζεσταθεῖ καί ἡ δική τους ψυχραμένη καρδία 
καί νά γίνει ἀγαπῶσα. 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh6kjpKcliwwO-wKei651T1__Z1H8WTpMGZgrSf8my9iqJh2Cg7YH7W3brxymD8qOALb3WTiS4pD21F0nGiyvYBu8ma2u1o7l0RUIyADvFftep1ezRdZ0zBNfzydcKlTWznoGMn_bryd6U/s1600/orthodoxlatria.jpg 

Νά φιλοῦμε τούς συνανθρώπους μας ὅπως ἡ Παναγία τόν Υἱόν Της.
Μητρικά, παρθενικά, χωρίς ὅρους,
μέ ρομφαία πόνου νά διαπερνᾶ τήν καρδιά μας
γιά τό θεάρεστο συμφέρον καί τήν σωτηρία τοῦ κάθε πλησίον μας.

http://www.pemptousia.gr/wp-content/uploads/2011/05/263-223.jpg

Εἴθε ὁ Κύριος νά μᾶς μετατρέψει ἀπό Ἰοῦδες, σέ ἀληθινά φιλοῦντες Αὐτόν.
Νά μᾶς δώσει νά καταλαβαίνουμε εὐγνωμόνως, εὐχαριστιακά καί δοξαστικά 
τήν ἄπειρη ἀγάπη Του
καί ἀπό τό ἀτέρμονο ὑπερχείλισμα αὐτῆς,
νά μήν στεροῦμε ποτέ ἀπό αὐτήν τήν ἀγάπη 
καί τόν κάθε διψῶντα συνάνθρωπό μας!

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ.

http://i225.photobucket.com/albums/dd14/eternallifethroughchrist/prettypillarcandlewithroses.gif

Μ.Σ. ἐκπ/κός

 


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η δημιουργία κατά τη χριστιανική κοσμολογία

by athanasiou    



                                            Αθανασίου Δημήτριος
Το γεγονός της κοσμολογίας δηλαδή της προελεύσεως του Σύμπαντος, απασχόλησε ιδιαίτερα τον αρχαίο κόσμο και συστηματικότερα την αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Όπως ήταν φυσικό, διατυπώθηκαν ποικίλες κοσμοθεωρίες πέρι της κοσμολογίας ή ορθότερα της κοσμογονίας αφού όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, η κατασκευή του κόσμου για την αρχαιοελληνική αντίληψη ήταν αδιανόητη.
Εξετάζοντας  αρχικά την ελληνική σκέψη πάνω στο θέμα της κοσμογονίας είναι σημαντικό να αναφερθώ στους Στωικούς, οι οποίοι ισχυροζόντουσαν ότι ο κόσμος (δηλαδή το Σύμπαν) είναι αποτέλεσμα απορροής του Θεού, ότι δηλαδή ο κόσμος αποτελεί ένα μέρος της ουσίας του[1]. Μια άλλη κοσμοαντίληψη του ελληνισμού ήταν αυτή του Πλάτωνος, ότι ο Θεός φτιάχνει τον κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες, συνεπώς, ο Θεός κατά τον Πλάτωνα είναι απλά διαμορφωτής και όχι απόλυτος δημιουργός[2].
Στον ινδικό πολιτισμό διακρίνουμε αρκετά κοινά στοιχεία με τον αντίστοιχο ελληνικό. Βασικότερο είναι η αιωνιότητα του Σύμπαντος. Σύμφωνα με την ινδουϊστική κοσμοθεώρηση (θρησκεία), ο κόσμος δεν έχει αρχή, αλλά υπήρχε πάντοτε (αιώνιος)[3].
Μια άλλη αντίληψη πέρι κόσμου είναι ο λεγόμενος «Πανθεϊσμός», η ταύτιση Θεού και κόσμου. Και όπως λέει χαρακτηριστικά ο Π. Αθανάσιος Μυτιληναίος σε μια ομιλία του όπου αναφερότανε στη χριστιανική κοσμολογία: «ότι όλες οι Ανατολικές θρησκείες λ.χ., Ινδουισμός, Βουδισμός ακόμα και ο Μασονισμός και η Θεοσοφία όπως και η αρχαία ελληνική θρησκεία έχουν Πανθεϊστικό υπόβαθρο!»
Μια ακόμα θεωρία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα είναι η θέση του Υλισμού, ότι κόσμος αποτελεί προϊόν εξελίξεως ή τύχης[4].
Η Βιβλική αναφορά και κατά προέκταση η Ορθόδοξη κοσμολογία είναι εντελώς ξένη προς τις παραπάνω θέσεις. Το βιβλίο της  Γενέσεως λέει χαρακτηρισικά: «Εν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», άρα, κατά τη χριστιανική κοσμολογία ο Θεός δημιουργεί από το μηδέν ( ἐξ οὐκ ὄντων ), κάτι που ήταν αδιανόητο για τον αρχαίο έλληνα σκεπτόμενο κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ασύλληπτη δύναμη της Αποκαλύψεως, ήταν αδύνατον να συλλάβει η ανθρώπινη διάννοια ότι ο κόσμος έχει αρχή. Έχονταν υπόψην η Εκκλησία τι κυκλοφορούσε εκείνη την περίοδο, διατύπωσε πολύ εύστοχα στο πρώτο άρθρο του ”Συμβόλου της Πίστεως” τα εξής:  “Πιστεύω εις έναν Θεό Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων”, ανατρέποντας έτσι, την γνωστικίζουσα κοσμοαντίληψη πέρι δυαρχίας. Η διατύπωση του πρώτου άρθρου του ”Συμβόλου της Πίστεως” εκτός από την θετική έκθεση του περιεχομένου της πίστεως, εξυπηρετεί κυρίως στην απόκρουση τον εσφαλμένων κοσμολογικών αντιλίψεων, π.χ. Πλατωνισμός, Νεοπλατωνισμός, Ωριγένης κ.λ.π.
Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που παρατηρούμε έντoνα είναι η απόλυτη συνάφεια της φυσικής επιστήμης με την χριστιανική κοσμολογία. Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης ο κόσμος (δηλ. το Σύμπαν) έχει αρχή, βλέπε: (Θεωρία της Μεγάλης έκρηξης ”Big Bang”). Eπίσης κάτι άλλο που αναδείχθηκε στις αρχές του 20 αι. από τη σύγχρονη επιστήμη και που είχε διατυπωθεί (απλοϊκά) πολύ πιο πριν στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως είναι η θεωρία της Σχετικότητας, όπου σύμφωνα με αυτή, ο χρόνος είναι δεμένος οργανικά με το χώρο «Εν ἀρχῇ= χρόνος» - «ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν= χώρος».
Ανακεφαλαιώνοντας τα παραπάνω, βλέπουμε ότι η χριστιανική κοσμολογία δεν έχει απoλύτως καμμία σχέση με τις υπόλοιπες κοσμολογίες που κυκλοφορούσαν στις αρχαίες μυθολογίες-θρησκείες κ.λ.π. Ο κόσμος κατά το Χριστιανισμό δημιουργήθηκε από το τίποτα, δεν είναι αποτέλεσμα απορροής από την ουσία του Θεού, αφού κατά την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία υπάρχει διάκριση κτιστού (κόσμου) και ακτίστου (Θεού). Επίσης δεν ταυτίζεται ο Θεός με τον κόσμο (Πανθεϊσμός), ούτε είναι αποτέλεσμα τύχης (Υλισμός). Ο κόσμος κατά τη χριστιανική διδασκαλία έγινε από τον Τριαδικό Θεό από άπειρη αγάπη και θεία βούληση, ο οποίος (δηλ. ο Θεός) κατά την ουσία Του είναι έξω από τον κόσμο (Υπερβατικός) και μέσα στον κόσμο μέσω των ενεργειών Του (άκτιστες ενέργειες), είναι αυτό που διατυπώθηκε πολύ αργότερα 14ος αι. από τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά: «διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Τριαδικό Θεό.»

Χρειάζεται η Απολογητική

 by athanasiou    




Αθανασίου Δημήτριος
Παρότι η Απόλογητική υπάρχει ως μάθημα στις Θεολογικές σχολές και παρότι ο Χριστιανισμός διαρκώς εξοβελίζεται από διάφορους κύκλους κι όμως το θέμα της Απολογητικής παραμένει αμφιλεγόμενο σήμερα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται πως δεν χρειάζεται η Απολογητική, διότι κατ’ αυτούς ο Χριστιανισμός δεν έχει απόδειξεις και επιχειρήματα και έτσι είναι ανούσιο να προσπαθούμε ν’ αποδείξουμε υπέρ του.
Σε κάθε στιγμή της ζωής του ο Χριστιανός και πολύ περισσότερο ο Θεολόγος οφείλει να είναι θωρακισμένος με τον λόγο της υπεράσπισης. Όταν προσβάλλεται-χλευάζεται ο Χριστιανισμός, οφείλουμε να τον υπερασπιστούμε δίχως δισταγμούς. Φυσικά, όλοι λίγο πολύ έχουμε κάποιες εμπειρίες πάνω σε αυτό το θέμα.  Εκείνο που πρέπει να έχουμε υπόψιν μας είναι, ότι όταν ανοίγουνε μια συζήτηση σε ένα τραπέζι (παρείστικα) δεν πρέπει να επεκταθούμε ιδιαίτερα στο χώρο των πηγών. Ο λόγος μας θα πρέπει να είναι σύντομος και συγκεκριμένος και μόνο αφού όντως γνωρίζουμε και είμαστε ενημερωμένοι, τότε μόνο θα πρέπει να διαλεχθούμε με τον άλλον.
Οι κατηγορίες που προβάλλονται κατά του Χριστιανισμού, είναι παρμένες από τους γνωστούς και διάσημους πολέμιους της αρχέγονης Χριστιανοσύνης, ονόματα όπως τον Κέλσο, Πορφύριο κ.α. Η μέθοδος που ακολουθούν οι σύγχρονοι συκοφάντες της Πίστεως, στην καλύτερη περίπτωση είναι ανιστόριτη και αντιεπιστημονική, όπως λ.χ. χαρακτηρισμοί τύπου ”Ό Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε εγκληματίας, απατεώνας κ.λ.π.”  ή ”Οι συγγραφείς της Βίβλου κλέψανε στοιχεία από τους προγενέστερους παγανιστικούς λαούς κ.λ.π.”. Σύνηθες φαινόμενο είναι να αναφέρουν χλευαστικά θέματα με τα οποία ούτε καν έχουν ασχοληθεί, όπως λ.χ. ”Πίστευε και μη ερεύνα κ.λ.π.”
Γνωρίζοντας όλες αυτές τις νόθες τακτικές που χρησιμοποιούν οι πολέμιοι του Χριστιανισμού, είναι χρέος μας να απαντάμε σε όλους αυτούς, δίχως να καταφεύγουμε σε διπλωματίες και αγαπολογίες που δεν οδηγούν πουθενά. Νομίζω ότι πρέπει να μιμηθούμε τους Απολογητές της πρώτης Εκκλησίας, που δε δίσταζαν να έρχονται αντιμέτωποι και με την ίδια την εξουσία!

17 Απρ 2014Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος


Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος

π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Δύο βασικὰ γεγονότα χαρακτηρίζουν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Πέμπτης: ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του καὶ ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Τὸ βαθύτερο νόημα καὶ τῶν δύο αὐτῶν γεγονότων εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ ἀποκάλυψη τῆς σωτηριώδους ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τῆς ἀγάπης ποὺ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς σωτηρίας. Ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἁμαρτία, ὁ θάνατος καὶ ἡ αὐτοκαταστροφὴ ὀφείλονται ἐπίσης στὴν ἀγάπη ·ἀλλὰ σὲ μία ἀγάπη καταστροφική, μία ἀγάπη ποὺ διαιρεῖ, διαλύει καὶ ὁδηγεῖ ἐκεῖ ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ ἀγάπη κυριαρχεῖ. Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται τὸ μυστήριο τούτης τῆς μοναδικῆς ἡμέρας, τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες της, ὅπου τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι, ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη εἶναι παράξενα ἀναμειγμένα, μᾶς προκαλοῦν σὲ μία ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς.
«Πρὸ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἰδώς ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα… ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τούς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς…» (Ἰω. 13, 1). Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ νόημα τοῦ μυστικοῦ Δείπνου θὰ πρέπει νὰ τὸν δοῦμε σὰν τέλος τῆς μεγαλειώδους ἐνέργειας τῆς Θείας Ἀγάπης, ἡ ὁποία ἄρχισε μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τώρα ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν» (Α΄ Ἰω. 4, 8). Καὶ τὸ πρῶτο δῶρο τῆς Ἀγάπης ἦταν ἡ ζωὴ . Τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς ἦταν ἡ κοινωνία. Γιὰ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ τρώει καὶ νὰ πίνει, νὰ συμμετέχει στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Ἔτσι ὁ κόσμος ἦταν θεία ἀγάπη ποὺ ἔγινε τροφή, ἔγινε Σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὄντας ζωντανός, δηλαδὴ συμμετέχοντας...
στὸν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ ζεῖ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, νὰ βρεῖ νόημα στὸν Θεό, νὰ βρεῖ σ’ Αὐτὸν τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Κοινωνία μὲ τὸν κόσμο – τὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ – ἦταν πραγματικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος ἔλαβε τὴν τροφή του ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κάνοντας τὴν σῶμα του καὶ ζωή του, πρόσφερε ὁλόκληρο τὸν κόσμο στὸν Θεὸ μεταμορφώνοντάς τον σὲ ζωὴ «ἐν Χριστῷ». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο ζωή, ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν Θεὸ μεταμόρφωσε αὐτὴ τὴ ζωὴ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸς ἦταν ὁ Παράδεισος . Ἡ ζωὴ στὸν παράδεισο ἦταν, πραγματικά, εὐχαριστιακὴ. Μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Θεό, ὅλη ἡ δημιουργία ἐπρόκειτο νὰ ἁγιαστεῖ καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ σ’ ἕνα μυστήριο τῆς Θείας Παρουσίας καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἦταν ὁ λειτουργὸς αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου.
Μὲ τὴν ἁμαρτία ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἔχασε αὐτὴ τὴν εὐχαριστιακὴ ζωή. Τὴν ἔχασε γιατί ἔπαψε νὰ βλέπει τὸν κόσμο σὰν μέσο ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό, καὶ τὴ ζωή του σὰν εὐχαριστία, σὰν λατρεία καὶ εὐγνωμοσύνη… Ἀγάπησε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο γιὰ τὸν κόσμο. Ἔκανε τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο αὐτοσκοπό. Ἀγάπησε τόσο τὸν ἑαυτό του ὥστε τὸν ἔκανε τὸ κέντρο, τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ τέλος τῆς ὕπαρξής του. Πίστεψε ὅτι ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα του, δηλαδὴ ἡ ἐξάρτηση τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὸν κόσμο, θὰ μποροῦσε νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος. Ἀλλὰ ὁ κόσμος καὶ ἡ τροφή, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποχωρίζονται ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ μυστηριακὸ νόημά τους –σὰν μέσα ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ– ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν προσλαμβάνονται σὰν δῶρα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἱκανοποιοῦν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ τὸν Θεό, παύουν νὰ προσφέρουν κάποια ἱκανοποίηση καὶ κάποιο πλήρωμα. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅταν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πιὰ τὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο καὶ τὸ νόημα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, παύει νὰ ἱκανοποιεῖται ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα γιατί ὁ κόσμος δὲν ἔχει αὐτοζωή… Ἔτσι τοποθετώντας σ’ αὐτὰ τὴν ἀγάπη του ὁ ἄνθρωπος ξέκοψε ἀπὸ τὸ μόνο ἀντικείμενο ὅλης τῆς ἀγάπης, ὅλης τῆς πείνας, ὅλων τῶν ἐπιθυμιῶν. Καὶ πέθανε. Πέθανε γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἀναπόφευκτη «ἀποσύνθεση» τῆς ζωῆς τῆς ξεκομμένης ἀπὸ τὴ μόνη πηγὴ καὶ τὸ αὐθεντικὸ περιεχόμενο.
Ὁ ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ βρεῖ ζωὴ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴν τροφὴ ποὺ τοῦ προσφέρει ὁ κόσμος, βρῆκε τὸ θάνατο. Ἡ ζωὴ ἔγινε πιὰ κοινωνία μὲ τὸ θάνατο ἀντὶ νὰ μεταμορφώνει τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη, τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Ὁ ἄνθρωπος ὑποτάχτηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὸν κόσμο, ἔπαψε νὰ εἶναι ὁ λειτουργός του καὶ ἔγινε ὁ σκλάβος του. Μὲ τὴν ἁμαρτία του ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἔγινε ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο ὅπου οἱ ἄνθρωποι εἶναι καταδικασμένοι σὲ θάνατο διότι εἶναι «καθήμενοι ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου…» (Μᾶτθ. 4, 16).
Ἂν καὶ ὁ ἄνθρωπος πρόδωσε, ὁ Θεὸς ὅμως ἔμεινε πιστὸς στὸν ἄνθρωπο, δὲν ἔστριψε τὰ νῶτα του. «Οὐ γὰρ ἀπεστράφης τὸ πλάσμα σου εἰς τέλος, ὅ ἐποίησας Ἀγαθέ, οὐδὲ ἐπελάθου ἔργου χειρῶν σου, ἀλλ’ ἐπεσκέψω πολυτρόπως διὰ σπλάχνα ἐλέους σου». (Εὐχὴ ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου). Ἕνα καινούργιο θεϊκὸ ἔργο ἄρχισε ·τὸ ἔργο τῆς ἀπολύτρωσης καὶ τῆς σωτηρίας. Καὶ ὁλοκληρώθηκε, τὸ ἔργο αὐτό, μὲ τὸν Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὸν ἄνθρωπο στὸ «ἀρχαῖο κάλλος» του καὶ νὰ ἐπαναφέρει τὴ ζωὴ στὸ ἐπίπεδό τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Δημιουργό της, ἔγινε Ἄνθρωπος. Προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση μας μὲ ὅλα τὰ χαρακτηριστικά της: τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὴ λαχτάρα γιὰ ἀγάπη, γιὰ ζωή. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Χριστοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινὴ ζωὴ ἡ ὁποία εἶχε ἀρχικὰ δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο σὰν πλήρης καὶ τέλεια Εὐχαριστία, σὰν πλήρης καὶ τέλεια κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀρνήθηκε τὸν βασικὸ ἀνθρώπινο πειρασμό: νὰ ζήσει «ἐπ’ ἄρτῳ μόνο». Ἀποκάλυψε ὅτι ὁ Θεὸς καὶ ἡ Βασιλεία Του εἶναι ὁ πραγματικὸς ἄρτος, ἡ πραγματικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ τὴν τέλεια εὐχαριστιακὴ Ζωή, τὴ γεμάτη ἀπὸ τὸν Θεὸ –καὶ κατὰ συνέπεια θεία καὶ ἀθάνατη ζωὴ– τὴν ἔδωσε σὲ ὅλους τούς πιστούς Του. Δηλαδὴ οἱ πιστοὶ στὸν Θεὸ βρίσκουν σ’ Αὐτὸν τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ βαθύτερο, τὸ ὑπέροχο νόημα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πρόσφερε τὸν Ἑαυτό Του σὰν τὴν ἀληθινή, τὴν οὐσιαστικὴ τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή. Ἔτσι ἡ κίνηση τῆς Θείας Ἀγάπης ποὺ εἶχε ἀρχίσει στὸν Παράδεισο μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ Θεοῦ «ἀπὸ παντὸς ξύλου ἐν τῷ Παραδείσω βρώσει φάγη» (γιατί τροφὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου) φτάνει τώρα στὴν ἀποκορύφωσή της μὲ κεῖνο τὸ θεϊκὸ «λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα μου…» (γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου). Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς , ἀποκατάσταση τῆς ζωῆς σὰν Εὐχαριστία καὶ Κοινωνία.
Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὥρα τῆς ἔσχατης Ἀγάπης εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ὥρα τῆς ἔσχατης προδοσίας. Ὁ Ἰούδας ἐγκαταλείπει τὸ φῶς ποὺ πλημμύριζε τὸ «Μέγα Ἀνώγαιον» καὶ μπαίνει στὸ σκοτάδι. «Λαβών οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος εὐθέως ἐξῆλθεν · ἦν δὲ νὺξ» (Ἰω. 13, 30). Γιατί ἔφυγε; Διότι ἀγαποῦσε, ἀπαντάει τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ αὐτὴ ἡ μοιραία (θανατηφόρα) ἀγάπη τονίζεται ἐπαναληπτικὰ στοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Πέμπτης. «Ὁ τρόπος σου δολιότητος γέμει, παράνομε Ἰούδα ·νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν ·εἰ γὰρ πλοῦτον ἠγάπας, τί τῷ περὶ πτώχειας διδάσκοντι ἐφοίτας; εἰ δὲ καὶ ἐφίλεις, ἵνα τί ἐπώλεις τὸν ἀτίμητον;…». Δὲν ἔχει σημασία τὸ γεγονὸς ὅτι ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰούδα ἦταν ὁ «χρυσός». Ὁ χρυσὸς, τὸ χρῆμα ἐδῶ ἀντιπροσωπεύει ὅλες τὶς διεστραμμένες καὶ καταστρεπτικὲς ἀγάπες ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, στὴν πραγματικότητα ἀγάπη κλεμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ κλέφτης. Καὶ ὅταν κάποιος δὲν ἀγαπάει τὸν Θεὸ καὶ γενικὰ ἡ ἀγάπη του δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀκόμα καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει καὶ ἐπιθυμεῖ –γιατί εἶναι δημιουργημένος ν’ ἀγαπάει καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ φύση του– ἀλλὰ ἕνα σκοτεινὸ καὶ αὐτοκαταστροφικὸ πάθος τὸν ὁδηγεῖ στὸ θάνατο.
Κάθε χρόνο καθὼς γιορτάζουμε τὴ μεγάλη αὐτὴ ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πέμπτης καὶ βυθιζόμαστε στὸ ἀτέρμονο φῶς της καὶ στὰ ἀπύθμενα βάθη τῶν νοημάτων τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἡ ἴδια ἀποφασιστικὴ ἐρώτηση ἀπευθύνεται στὸν καθένα ἀπό μᾶς: ἐγὼ ἀνταποκρίνομαι στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀποδέχομαι σὰν ζωή μου, ἢ ἀκολουθῶ τὸν Ἰούδα μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας του;
Οἱ ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Πέμπτης περιλαμβάνουν τὸν Ὄρθρο, τὸν Ἑσπερινὸ καὶ ἀκολουθεῖ ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Παλαιὰ στοὺς Καθεδρικοὺς Ναοὺς τελοῦσαν τὴν εἰδικὴ ἀκολουθία τοῦ «Νιπτῆρος» μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Σήμερα αὐτὸ γίνεται σὲ ἐλάχιστα μοναστήρια. Ἐνῶ ὁ Διάκονος διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Ἐπίσκοπος (ἢ ὁ Ἡγούμενος) πλένει τὰ πόδια δώδεκα ἱερέων (ἢ μοναχῶν), γεγονὸς ποὺ θυμίζει ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ θεμέλιό τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ χαρακτηρίζει ὅλες τὶς σχέσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐπίσης στὶς πρῶτες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες συνηθιζόταν παλαιὰ νὰ γίνεται τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μύρου τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος. Σήμερα ὅμως τὸ Ἅγιο Μύρο ἑτοιμάζεται μόνο στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως σὲ εἰδικὴ ἀκολουθία τὴ Μεγάλη Πέμπτη. Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ παίρνουν μέρος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, oἱ Μητροπολίτες καὶ ὅλος ὁ κλῆρος τοῦ Ἁγίου Θρόνου. Μὲ τὸ Ἅγιο Χρίσμα ποὺ παίρνουμε μετὰ τὴ βάπτιση μᾶς δεχόμαστε τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἡ καινούργια ἀγάπη, ποὺ φέρνει ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, μᾶς σφραγίζει τὴν ἡμέρα πού, σὰν νέα μέλη, μπαίνουμε στὴν Ἐκκλησία .
Στὸν Ὄρθρο τὰ τροπάρια τονίζουν τὸ θέμα τῆς ἡμέρας ποὺ εἶναι ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν «ἀκόρεστη ψυχὴ» τοῦ Ἰούδα. Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ τροπάρια μᾶς λέει:
«Ὄτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας ἐσκοτίζετο ·καὶ ἀνόμοις κριταῖς σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον ·φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν, τὴν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε, δόξα σοι»
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (Λουκᾶ 22, 1-39) εἶναι ἡ ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων ποὺ ἔγιναν σὲ κεῖνο τὸ «ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον». Ἀκολουθεῖ ὁ ὡραιότατος κανόνας –γεμάτος μὲ θεολογικὰ νοήματα– ποίημα Κοσμᾶ Μοναχοῦ: «Τμηθείση τμᾶται, πόντος ἐρυθρός…». Αὐτὸς μᾶς δίνει τὴν ὤθηση γιὰ αὐτοσυγκέντρωση καὶ σκέψη πάνω στὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ὁ τελευταῖος Εἱρμὸς τῆς 9ης Ὠδῆς μᾶς καλεῖ νὰ πάρουμε μέρος στὸ ἀθάνατο τραπέζι ποὺ μὲ δεσποτικὴ φιλοξενία μᾶς παρέχει ὁ Κύριος:
«Ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης, ἐν ὑπερώῳ τόπῳ, ταῖς ὑψηλαῖς φρεσί, πιστοί, δεῦτε ἀπολαύσωμεν, ἐπαναβεβηκότα Λόγον, ἐκ τοῦ Λόγου μαθόντες, ὅν μεγαλύνομεν»
Στὸν Ἑσπερινὸ μετὰ τὸ «Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σέ…» στὰ ἰδιόμελα τῶν Αἴνων ποὺ ἀκολουθοῦν τονίζεται ἡ φοβερὴ πνευματικὴ παρακμὴ τοῦ Ἰούδα: Ἡ προδοσία. Ἀντιπροσωπευτικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς στιχηρό:
«Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, ὁ μαθητὴς καὶ ἐπίβουλος, ὁ φίλος καὶ διάβολος, ἐκ τῶν ἔργων ἀπεφάνθη. Ἠκολούθει γὰρ τῷ Διδασκάλῳ, καὶ καθ’ ἑαυτὸν ἐμελέτα τὴν προδοσίαν ·ἔλεγεν ἐν ἐαυτῷ  Παραδώσω τοῦτον, καὶ κερδήσω τὰ συναχθέντα χρήματα ·Ἐπεζήτει δὲ καὶ τὸ μύρον πραθῆναι, καὶ τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι ·Ἀπέδωκεν ἀσπασμόν, παρέδωκε τὸν Χριστὸν καὶ ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν, οὕτως ἠκολούθει, ὁ μόνος εὔσπλαχνος καὶ φιλάνθρωπος»
Μετὰ τὴν Εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου διαβάζονται τρία ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη:
1) Ἔξοδος 19, 10-19. Ὁ Θεὸς «ἐν γνόφῳ» κατέρχεται στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ὁ Μωυσῆς μὲ τὸ λαὸ ἐξέρχεται σὲ συνάντησή Του. Αὐτὸ προεικονίζει τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο καὶ μάλιστα στὴν Εὐχαριστιακὴ συνάντηση.
2) Ἰὼβ 38, 1-23, 42, 1-5. Ὁ Θεὸς συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἰώβ, καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπαντᾶ: «… τὶς δὲ ἀναγγέλλεῖ μοι ἃ οὐκ ἤδειν, μεγάλα καὶ θαυμαστά, ἃ οὐκ ἐπιστάμην;» Καὶ αὐτὰ τὰ «μεγάλα καὶ θαυμαστὰ» ἐκπληρώνονται τώρα σὲ τοῦτο τὸ ὑπέρλαμπρο «Ἀνώγαιον» μὲ τὰ ὕψιστα Δῶρα: τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
3) Ἠσαΐας 50, 4-11. Οἱ προφητεῖες γιὰ τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Τὸν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων…»
Στὸν Ἀπόστολο διαβάζεται ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ (11, 23-32) ἡ περιγραφὴ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τὸ νόημα τῆς Θείας Κοινωνίας ὅπως τὰ δίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκολουθεῖ, εἶναι τὸ μεγαλύτερο σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ χρόνου, καὶ εἶναι κομμάτια καὶ ἀπὸ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια. Ἀναφέρει ὅλη τὴν ἱστορία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα, καὶ τῆς σύλληψης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆς.
Ἀκολουθεῖ ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπου ἀντὶ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου καὶ τοῦ Κοινωνικοῦ ψάλλεται ὁ ὕμνος ποὺ λέμε πάντα πρὶν ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία:
«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνὸν με παράλαβε ·οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροίς σου τὸ μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημα σοὶ δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας. Ἀλλ’ ὡς ὁ ληστὴς ὁμολογῶ σοι ·Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τὴ Βασιλεία σου».
Ἀπό τό βιβλίο:Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
Ἔκδ. Ἀκρίτας

17 Απρ 2014«Τὸν Λῃστὴν αὐθημερόν, τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας Κύριε, κᾀμὲ τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ, φώτισον καὶ σῶσόν με»


«Τὸν Λῃστὴν αὐθημερόν, τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας Κύριε, κᾀμὲ τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ, φώτισον καὶ σῶσόν με»


Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Παρασκευῇ, τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν, τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ῥαπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρᾶν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, καὶ πρὸ πάντων, τὸν σταυρόν, καὶ τὸν θάνατον, ἃ δι' ἡμᾶς ἑκὼν κατεδέξατο, ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ εὐγνώμονος Λῃστοῦ, τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ, σωτήριον ἐν τῷ Σταυρῷ ὁμολογίαν. 


Τῇ ὑπερφυεῖ καὶ περὶ ἡμᾶς παναπείρῳ σου εὐσπλαγχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.