Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Κυριακή του Πάσχα - «... και Θεός ήν ο Λόγος»

 

Λαμπρή και μεγαλειώδης, ένδοξη και πανηγυρική είναι η σημερινή γιορτή της Ανάστασης του Κυρίου. Μετά την οδύνη και τα δάκρυα της Μεγάλης Εβδομάδος, μετά τον πόνο και τη θλίψη για την Σταύρωση και την Ταφή του Κυρίου, ακολουθεί το μεγάλο θαύμα της Ανάστασης. Χθές οι εχθροί Του θριαμβολογούσαν λέγοντας προκλητικά το «Καταβάτω από του Σταυρού», για να δικαιολογήσουν την κακία και την απιστία τους. Σήμερα χαράς ευαγγέλια και ενθουσιώδεις πανηγυρισμοί για τους Μαθητές Του, που επίσημα ανακηρύσσονται σαν οι συνεχιστές του Θείου έργου Του.


Δίκαια λοιπόν η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί γεγονός μοναδικό στην ιστορία του κόσμου. Γιατί πρόκειται για γεγονός μαρτυρημένο και απόλυτα βεβαιωμένο. Γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα τη Θεότητα του Σωτήρος Χριστού. «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Δηλαδή, ο Λόγος, που δεν είναι άλλος από τον Υιό του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, είναι Θεός αληθινός, όπως είναι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα. Κι αφού είναι Θεός αληθινός είναι και άναρχος, δηλαδή δεν έχει αρχή. Από την αρχή ήταν με τον Θεό Πατέρα, αθάνατος και βασιλεύς αιώνιος, που η Βασιλεία Του δεν έχει ποτέ τέλος. Ο Λόγος του Θεού είναι ακόμα Πάνσοφος και Παντοδύναμος και Πανάγαθος δημιουργός του κόσμου. Με την ευκαιρία αυτή καλό είναι να δούμε κι εμείς σήμερα πως αποδεικνύεται με την Ανάσταση ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ήταν και είναι Θεός.

Είναι γεγονός ότι ο Κύριος όταν εζούσε στον κόσμο αυτό, γνώριζε και το παρελθόν και το μέλλον, πλήρως και τελείως. Σε πολλές περιπτώσεις προείπε γεγονότα και μίλησε για πράγματα, που επραγματοποιήθησαν με κάθε λεπτομέρεια. Ειδικά για την Ανάστασή Του, όπως και για τα Πάθη Του, ο Κύριος προειδοποίησε τους Μαθητές Του, πολλές φορές, μάλιστα με λεπτομέρειες. Και ότι προείπε βγήκε και αληθινό. «Τώρα», τους είπε, «που ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και τους Γραμματείς και θα Τον καταδικάσουν σε θάνατο. Θα Τον παραδώσουν στους εθνικούς για να Τον περιγελάσουν, να Τον μαστιγώσουν και να Τον σταυρώσουν όμως την τρίτη μέρα Αυτός θα αναστηθεί» (Ματθ. Κ΄18-19). Επίσης είχε πει πάλιν «τώρα λυπόσαστε∙ αλλά θα σας ξαναδώ και θα χαρεί η καρδιά σας και τη χαρά σας κανείς δεν θα μπορέσει να σας την αφαιρέσει» (Ιωάν. ΙΣΤ,22). Βέβαια προφήτεψαν και ορισμένοι άνθρωποι του Θεού για διάφορα γεγονότα, αλλά ότι είπαν εκείνοι, το είπαν φωτιζόμενοι από το Θεό και κατ’ εντολή Του. Συνήθως όταν άρχιζαν να μιλούν άρχιζαν πάντοτε με το «Τάδε λέγει Κύριος». Αντίθετα, ο Κύριος ότι είπε το είπε από τον εαυτόν Του γιατί ως Θεός γνώριζε και γνωρίζει τα πάντα. Γι’ αυτό και η υπερφυσική γνώση Του, αποδεικνύει και την Θεότητα Του.

Αλλά την Θεότητά Του αποδεικνύει περίτρανα και αυτό τούτο το θαύμα της Ανάστασής Του. Κατά την επίγεια παρουσία Του είχε πει για τον εαυτό Του. «Κανείς δεν έχει την δύναμη να πάρει τη ζωή μου και να με θανατώσει παρά τη θέληση μου. Αλλ’ εγώ από τον εαυτό μου και μόνος μου παραδίδω αυτήν. Έχω εξουσία να δώσω τη ζωή μου και έχω εξουσία πάλιν να την λάβω. Αυτή την εντολή έλαβα από τον Πατέρα μου» (Ι΄18). Και πράγματι, μετά από τόσα μαρτύρια και από τέτοια εξουθένωση, μετά από το φοβερό φραγγέλωμα, μετά από την Σταύρωση, με τα φοβερά εκείνα καρφιά και αφού Τον ελόγχισαν, Τον έβαλαν νεκρό στον τάφο. Έφραξαν τότε την είσοδο του τάφου με λίθο βαρύ και έβαλαν φρουρούς στρατιώτες να φυλάγουν το μνήμα Του. Κι όμως παρά τα αυστηρά αυτά μέτρα ο Κύριος αναστήθηκε την Τρίτη μέρα ένδοξος και δυνατός. Ανθρώπινα το μοναδικό αυτό θαύμα δεν μπορεί να εξηγηθεί. Να σεισθεί δηλαδή ο τόπος, να αποκυλισθεί ο λίθος, να τρομοκρατηθούν και να φύγουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, όλα αυτά ήσαν σημεία τρανά της υπερφυσικής δύναμης του Θεανθρώπου Ιησού. Εκείνου, που έπαθε μεν και εσταυρώθη σαν άνθρωπος και του οποίου η Θεότητα έμεινε απαθής. «Τότε ορθώθηκε σαν απ’ τον ύπνο ο Κύριος» είχε προείπει ο Προφήτης Δαβίδ. Το θαύμα αυτό των θαυμάτων αποδεικνύει ότι ο αναστάς Κύριος ήταν και είναι ο Πανάγαθος Θεός.

Την ίδια αλήθεια όμως, επιβεβαιώνουν και τα όσα επακολούθησαν μετά την θριαμβευτική Ανάστασή Του. Έχουμε πάρα πολλές εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου. Εμφανίσεις όχι σ’ ένα τόπο ή σ’ ένα ή δύο πρόσωπα, αλλά σε διαφορετικά μέρη, υπό διαφορετικές συνθήκες και μπροστά σε πολλά πρόσωπα.

Όπως ακούσαμε στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο Θεάνθρωπος Κύριος, μετά το Θάνατο Του παρουσιάστηκε στους Αποστόλους ζωντανός με πολλές αποδείξεις∙ για σαράντα μέρες εμφανιζόταν σ’ αυτούς και τους μιλούσε σχετικά με τη Βασιλεία του Θεού. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα όσα διηγείται η ιστορία για την Εκκλησία. Ότι ο Ιδρυτής και η Κεφαλή της Εκκλησίας δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος, αλλά ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και τέλειος Θεός. Τα όσα επακολούθησαν μετά την Ανάσταση του Κυρίου, θα εσάρωναν από προσώπου της γης τη θρησκεία του Αναστάντος, αν βέβαια ήταν αυτή όχι Θείο, αλλά ανθρώπινο κατασκεύασμα. Και μιλούμε για τους διωγμούς, το αίμα των χριστιανών που άδικα εχύθη, τα φρικτά μαρτύρια στα οποία κατεδικάζοντο οι πιστοί και η μανία και η λύσσα των εχθρών της Εκκλησίας. Όλοι αυτοί οι οπαδοί του Χριστού ήσαν πάντοτε άοπλοι, άκακοι, ειρηνικοί, σαν πρόβατα εν μέσω λύκων. Το ότι, λοιπόν, μετά από τόσους διωγμούς η Εκκλησία του Χριστού επέζησε και για δυο χιλιάδες χρόνια εθριάμβευσε και θριαμβεύει, τούτο αποδεικνύει ότι ο Ιδρυτής και Αρχηγός της είναι Θεός και όχι άνθρωπος.

Αδελφοί μου! Χριστός Ανέστη! Εμείς οι θνητοί και αδύναμοι άνθρωποι γνωρίζουμε μόνο το παρελθόν και το παρόν. Και αυτό πολύ σχετικά. Και αγνοούμε τελείως το μέλλον. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα μας συμβεί όχι μόνο μετά από μιά ώρα, αλλά ούτε και μετά από πέντε λεπτά. Γι’ αυτό η ένδοξη Ανάσταση του Χριστού ας γεμίσει κι εφέτος τη ψυχή μας με ανεκλάλητη και δοξασμένη χαρά, που χρειαζόμαστε όλοι μας στις δύσκολες αυτές στιγμές που διανύουμε όλοι μας, λόγο της οικονομικής κρίσης. Την ίδια όμως στιγμή το μεγάλο αυτό γεγονός, ας τονώσει την πίστη μας προς τον Αναστάντα Κύριο. Από τότε που ήλθε στο κόσμο ο Θεός Λόγος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, από τότε που Τον πιστέψαμε, γεμίσαμε από φώς, από χάρη, από ζωή, από αλήθεια. Μας έφερε και μας δώρησε το φως της ψυχής, την αλήθεια και τη Χάρη του Θεού, την αιώνια ζωή, αφού μας έκαμε παιδιά Του. Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, τον Αναστάντα, ας Τον πιστέψουμε όλόψυχα, ας Τον αγαπήσουμε θερμά και ας Τον ακολουθήσουμε πιστά. Του το οφείλουμε και δεν πρέπει να Του το αρνηθούμε.


† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης Διονύσιος – Μητροπόλεως Πάφου







Read more: http://www.osiaefxi.com/2014/04/blog-post_8868.html#ixzz30xUJxHRH

Ποιος μου βεβαιώνει εμένα ότι ο Χριστός αναστήθηκε; - άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

 

Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.

Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.


Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.

Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.

Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν. Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες. Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του. Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.

Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και ευφραίνει την καρδιά τους.

Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους. Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.

Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού.

Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.

Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ. Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.



( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλώ, σ. 70-72).








Read more: http://www.osiaefxi.com/2014/04/blog-post_5759.html#ixzz30xTjRpn9

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΣΩΤΟΝ ΥΙΟ - ΡΩΜΑΝΟΥ


Ύμνος εις τον ασωτον υιόν (Αγ.Ρωμανού του Μελωδού)

δ'
Καθώς αντίκρυσεν έτότε ό Λυτρωτής του κόσμου λερωμένη στολή να φοράη καταλυπήθηκε το γιο. Αμέσως, λοιπόν, στους δούλους, πού υπηρετούσαν είπε δυνατά: «Δώστε γρήγορα στο τέκνο μου τη φορεσιά την καλλίτερη,πού υφαίνει για όλους ή κολυμπήθρα, την οποία κατασκευάζει ή Χάρις του Πνεύματος μου καί δίχως άργητα ντύστε το.
 Θυμηθείτε πώς αυτόν ντυμένον ό εχθρός ξέντυσε καί ρεζίλεψε, σ' όλους μπροστά τους δαίμονες καί τούτο από φθόνο, το Βασιλιά όλης της γης, για τον όποιον 'τοίμασα ολόκληρο τον κόσμο, πού έφερα στην ύπαρξι Εγώ, ό Πλάστης του κόσμου καί Κύριος.

ε'
Τον είδα καί δεν το βαστώ τον κουρελιάρη ν' άψηφίσω. Να βλέπω έτσι δεν αντέχω τη θεϊκή μου την εικόνα, γιατί δική μου ατιμία είν' των παιδιών μου ή ντροπή. Τιμή μου θέ να λογαριάσω το λαμπροστόλισμα του τέκνου μου.
Κάνετε γρήγορα, λοιπόν, δούλοι καί υπηρέτες μου, να ξανακαλλωπίσετε όλα μα όλα του τα μέλη, γιατί μου είναι αξιαγάπητα.
Όντως το κρίνω άτοπο να φαίνεται ετούτος άφρόντιστος κι άστόλιστος, πού πρόστρεξε σε μένα με μετάνοια καί τη συγγνώμη έλαβε. Ντύστε τον τη στολή της χάριτος, όπως έπρόσταξα
Εγώ, ό Πλάστης του κόσμου καί Κύριος.
Εικόνα σεβαστή για νάναι στην πλάσι το παιδί μου,με δαχτυλίδι το χέρι στολίστε του,γιατί 'ναι άρραβώνας της αχώριστης Τριάδος,για να φρουρήται άπ' Έκείνην, αφού έπρόστρεξε ο' Αυτήν,
να δείχνη τούτη τη σφραγίδα κι από μακριά να φαίνεται πως είναι γιος Έμενα, του Παντοκράτορα. 
Οι έχθροί να τον γνωρίσουν καί στους δαίμονες να φανή φοβερώτατος καί στον περήφανο Διάβολο, για να μην τον άγγίζη ποτέ πια. Γιατί δεν στέκεται σαν βλέπη την σφραγίδα μου,την οποία προσφέρω, Εγώ ό Πλάστης του κόσμου καί Κύριος.

«Ή συνάντηση». Ύμνος εις τον άσωτον Υίόν, Αγίου Ρωμανού του Μελωδού
Άπό το βιβλίο «"Υμνοι», Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
Απόδοση στα Νέα Ελληνικά: Αρχιμανδρίτης ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ.

Ἀνέστη Χριστός, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

Ἀνέστη Χριστός, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Η Ανάσταση του Χριστου.Εξωτερική τοιχογραφία 16ου αιώνα.Μονή Σουτσεβίτσας-Ρουμανία
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε.
Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας». Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε. Χριστὸς ἀνέστη!

ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

             

ΧριστοςΑ) ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ Η ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
Όπως  είπαμε η λέξη «γνώση» λαμβάνεται με πολλές έννοιες‡  γιατί με αυτή εκφράζεται τόσο η αντίληψη μας για τον Κτίστη μας όσο και η κατανόηση των θαυμαστών έργων Του και η τήρηση των εντολών Του και η στενή επικοινωνία μαζί Του. Εκείνοι όμως (οι αιρετικοί), αφού παραμέρισαν όλες αυτές τις σημασίες, περιόρισαν τη λέξη «γνώση» σε μια μόνον σημασία, στη θεωρία της ίδιας τηςουσίας του Θεού.
Β) ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
Η οδός λοιπόν της θεογνωσίας προχωρεί από το ένα Πνεύμα, διά του ενός Υιού, εις τον ένα Πατέρα. Και αντίστροφα‡ η φυσική αγαθότητα των προσώπων και ο εκ φύσεως αγιασμός και το βασιλικό αξίωμα από τον Πατέρα φτάνει διαμέσου του Μονογενούς Υιού στο Άγιο Πνεύμα. Έτσι και τις τρεις υποστάσεις ομολογούμε και δεν θίγεται το ευσεβές και βασικό δόγμα της ορθόδοξης πίστης ή μοναρχίας.

Γ) Ο ΝΟΥΣ ΜΟΝΟΝ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΘΕΟ
Αν ο νους έχει διαστραφεί από τους δαίμονες, θα λατρέψει τα είδωλα ή θα στραφεί προς κάποιο άλλο είδος ασέβειας. Αν όμως παραδώσει τον εαυτό του στη χειραγωγία του Αγίου Πνεύματος, θα γνωρίσει την αλήθεια και θα φτάσει στην επίγνωση του Θεού. Θα γνωρίσει όμως το Θεό, όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, εν μέρει, τελειότερα δε στη μέλλουσα ζωή: «Όταν στη μέλλουσα ζωή θα έλθει το τέλειο και θα λάβουμε από το Θεό την τέλεια γνώση, τότε η μερική και ατελής γνώση, που έχουμε σ' αυτή τη ζωή, θα καταργηθεί». Επομένως ο νους ως κριτικό όργανο και καλός είναι και για χρήσιμο σκοπό δόθηκε, για την κατανόηση δηλαδή του Θεού, αρκεί να ενεργεί τόσο μόνον, όσο η φύση του είναι δεκτική.

Δ) Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΠΛΗΡΩΣ ΤΟ ΘΕΟ
Το κριτικό όργανο του νου μας δόθηκε, για να γνωρίσουμε καλά την αλήθεια. Η μόνη όμως αυτοαλήθεια είναι ο Θεός μας. Άρα πρωταρχικό έργο του νου είναι η επίγνωση του Θεού μας, επίγνωση όμως ανάλογη με τη δυνατότητα που έχει ο μικρότατος άνθρωπος να γνωρίσει τον άπειρο σε μέγεθος Θεό.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΤΙΣΤΩΝ ΑΝΑΓΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ
Ο Θεός που εδημιούργησε τα μεγάλα έργα και με αξίωσε να πω αυτά τα μικρά, είθε να σας δώσει σύνεση, για να κατανοείτε όλη την αλήθεια των λόγων Του, ώστε από όσα βλέπετε να εννοείτε τον αόρατο Θεό, και από το μέγεθος και την καλλονή των κτισμάτων να σχηματίζετε την πρέπουσα γνώμη για το Δημιουργό μας. «Γιατί από τότε που κτίσθηκε ο κόσμος, οι αόρατες τελειότητες του Θεού γίνονται αισθητές με τη διάνοια διαμέσου των δημιουργημάτων, τόσο η αιώνια δύναμή Του όσο και η Θεία τελειότητά Του», ώστε να λαμβάνουμε σαφείς υπομνήσεις του Ευεργέτου και από τη γη και από τον αέρα και από τον ουρανό και από το νερό και από τη νύχτα και από την ημέρα και από όλα τα ορατά. Έτσι ούτε στην αμαρτία θα δώσουμε καμιά ευκαιρία, ούτε στον εχθρό Διάβολο θα παραχωρήσουμε τόπο στην καρδιά μας, αφού με την συνεχή ανάμνηση θα έχουμε μέσα μας μόνιμο κάτοικο το Θεό.
Εκείνος που μας εχάρισε τη διάνοια, ώστε από τα πολύ μικρά δημιουργήματα της κτίσεως να μαθαίνουμε τη μεγάλη σοφία του Τεχνίτη, είθε να μας αξιώσει και από τα μεγάλα δημιουργήματα της κτίσεως (όπως είναι ο ήλιος και η σελήνη) να συλλαμβάνουμε σε τελειότερο βαθμό την έννοια του Δημιουργού (και να Τον δοξάζουμε).

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ
Ποια ανθρώπινη ακοή είναι άξια να ακούσει τα μεγαλεία της δημιουργίας που θα διδαχθούν; Πώς θα έπρεπε να είναι προπαρασκευασμένη η ψυχή, για να ακροασθεί τόσο σπουδαία ακούσματα; Να είναι καθαρή από τα σαρκικά πάθη[5], ανεπηρέαστη από βιοτικές μέριμνες, φιλόπονη, ερευνητική, να εξετάζει προς κάθε κατεύθυνση τα πράγματα, μήπως μπορέσει να συλλάβει την αληθινή έννοια του Θεού.
«Σταματήστε τις ασχολίες σας και μάθετε ότι εγώ είμαι ο Θεός>. Εφόσον καταγινόμαστε με πράγματα ξένα προς το Θεό, δεν μπορούμε να χωρέσουμε τη γνώση του Θεού. Γιατί ποιος από εκείνους που μεριμνούν για τα κοσμικά αγαθά και είναι απορροφημένος από τις φροντίδες του σαρκικού ανθρώπου, μπορεί να προσέχει τα λόγια του Θεού και να είναι ικανός να κατανοεί θείες αποκαλύψεις και υψηλές θεωρίες; Δεν βλέπεις ότι ο λόγος, που έπεσε μέσα στα αγκάθια, συμπνίγεται από τα αγκάθια; Αγκάθια δε είναι οι σαρκικές ηδονές και ο πλούτος και η δόξα και οι βιοτικές μέριμνες. Από όλα αυτά θα χρειαστεί να αποξενωθεί τελείως εκείνος που έχει ανάγκη από τη γνώση του Θεού και, αφού ξεκοπεί από τα πάθη, τότε μόνο μπορεί να απολαύσει την τέλεια γνώση του Θεού. Γιατί πώς μπορεί να μπει η έννοια του Θεού σε ψυχή που είναι καταπιεσμένη και θλιμμένη από κακούς λογισμούς που προηγουμένως την κυρίεψαν; ...
Αυτή η αργία και ανάπαυση είναι καλή και ωφέλιμη σ' εκείνον που διακόπτει τις ασχολίες του, γιατί χαρίζει ησυχία, που τον διευκολύνει να αποδεχτεί τα σωτήρια διδάγματα. Πονηρή ήταν η αργία των Αθηναίων, οι οποίοι: «Δεν είχαν καιρό για τίποτε άλλο παρά για να λένε και να ακούνε κάτι νεώτερο» ...
Μη γένοιτο λοιπόν να πέσουμε κι εμείς σε τέτοια αργία, ώστε να ανοίξουμε είσοδο στον εχθρό διάβολο, αλλά ας απασχολούμε τον οίκο της ψυχής μας, αφού εγκαταστήσουμε προηγουμένως μέσα μας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος το Χριστό. Αφού λοιπόν ο Δαβίδ χάρισε την ειρήνη σε αυτούς που ταράσσονταν προηγουμένως από τις επιθέσεις των εχθρών, τότε λέγει: Διακόψτε κάθε σχέση με τους εχθρούς που σας απασχολούν, ώστε να μπορέσετε με ησυχία να μελετήσετε τους λόγους της αλήθειας. Γι' αυτό και ο Κύριος είπε: «Καθένας από σας, που δεν απαρνείται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου»[9]. Πρέπει λοιπόν να διακόψτε τις συζυγικές σχέσεις και να αφοσιωθείτε στην προσευχή[10]. Σταματήστε τις προσπάθειες για την απόκτηση πλούτου, για τη μάταια δόξα, για την απόλαυση των ηδονών. Απέχετε από το φθόνο και από κάθε πονηριά που στρέφεται κατά του πλησίον, ώστε, αφού γαληνέψει η ψυχή μας και πάψει να ταράσσεται από τα πάθη, σαν σε κάποιο καθρέπτη να φανεί καθαρά και χωρίς συσκότιση η έλλαμψη και ο φωτισμός του Θεού.
ΕΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΟΡΑΤΩΝ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ ΤΟΥ
«Όλα τα δημιουργήματα του Θεού οδηγούν στην πίστη». Ποια λοιπόν είναι η έννοια των λόγων; Εάν, λέει, παρατηρήσεις τον ουρανό και την τάξη που υπάρχει σ' αυτόν, αυτός σου γίνεται οδηγός στην πίστη. Γιατί μόνος του ο ουρανός, (χωρίς να μιλάει σου δείχνει το Δημιουργό. Εάν πάλι παρατηρήσεις την αρμονική διάταξη και τα στολίδια που υπάρχουν γύρω από τη γη, και από αυτά θα αυξηθεί η πίστη σου στο Θεό. Γιατί δεν πιστέψαμε στο Θεό, επειδή τον είδαμε με τα σαρκικά μάτια, αλλά με τη δύναμη του νου βλέπουμε τον αόρατο διά μέσου των ορατών ...
Πολλές φορές και σ' αυτά τα απειροελάχιστα διακρίνεται η σοφία του Δημιουργού. Γιατί αυτός που άπλωσε τον ουρανό στο αχανές διάστημα και διέταξε να εκχυθούν τα απέραντα πελάγη, αυτός είναι Εκείνος που έκαμε κοίλο σαν αυλό το λεπτότατο κεντρί της μέλισσας, ώστε με αυτό να χύνει το δηλητήριο ... Μην πεις ότι αυτό έγινε τυχαία και το άλλο εφύτρωσε αυτόματα. Τίποτε δεν έγινε χωρίς τάξη, τίποτε χωρίς κάποιο σκοπό, τίποτε δεν έγινε μάταια, τίποτε δεν ήρθε τυχαία στην ύπαρξη ... Πόσες είναι οι τρίχες της κεφαλής; Καμιά από αυτές δεν είναι λησμονημένη. Βλέπεις ότι κανένα από τα απειροελάχιστα δεν διαφεύγει το μάτι του Θεού;
ΠΟΙΟ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ
Τούτο σημαίνει γνώση του Θεού‡ η τήρηση των εντολών του Θεού.
ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ ΚΥΡΙΩΣ, ΟΤΑΝ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ
Είναι βέβαιο ότι αυτός, που εξετάζει τον εαυτό του με σύνεση, γνωρίζει το Θεό όχι τόσο από την παρατήρηση του ουρανού και της γης όσο από τη δική μας κατασκευή. Όπως λέει και ο προφήτης Δαβίδ: «Μου κινεί το θαυμασμό η γνώση που έχεις για μένệ δηλαδή, αφού εγνώρισα καλά τον εαυτό μου, διδάχτηκα και έμαθα την υπερβολική σοφία Σου.
Η ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΗΓΗ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ
Αν κάποτε χύθηκε ξαφνικά στην καρδιά σου σαν ένα φως και σχημάτισε μέσα σου πλήρη την έννοια του Θεού και περιέλουσε με τη λάμψη του την ψυχή σου, ώστε να αγαπήσεις το Θεό και να περιφρονήσεις τον κόσμο και όλες τις απαιτήσεις του σώματος, από τη θαμπή και σύντομη εκείνη εικόνα μάθε την όλη κατάσταση των δικαίων, που κατορθώνουν να έχουν κανονικά και αδιάκοπα στην ψυχή τους την ευφροσύνη που προέρχεται από την αγάπη μας προς το Θεό. Κι εσύ μεν σπάνια απολαμβάνεις την αγαλλίαση εκείνη κατά παραχώρηση Θεού, ώστε με τη μικρή αυτή απόλαυση να σου υπενθυμίσει τα αγαθά που έχασες. Στον δίκαιο όμως  η θεία και επουράνια αυτή ευφροσύνη (χαρά) είναι διαρκής, γιατί κατοικεί πλέον στην ψυχή οριστικά το Άγιο Πνεύμα‡ πρώτος δε «καρπός του Αγίου Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά και η ειρήνη». «Να χαίρεστε κα να ευφραίνεστε», λοιπόν, «για τον προστάτη σας Κύριο εσείς οι δίκαιοι». Ο Κύριος είναι τρόπον τινά σαν ένας τόπος κατάλληλος για να χωρούν οι δίκαιοι‡ στον τόπο αυτόν όποιος βρίσκεται είναι εντελώς απαραίτητο να ευθυμεί και να ευφραίνεται. Αλλά και ο δίκαιος γίνεται τόπος κατάλληλος για τον Κύριο, εφόσον τον παίρνει μέσα του ...
Όταν λοιπόν βρισκόμαστε μέσα στο Πνεύμα του Κυρίου και παρατηρούμε με προσοχή τα θαυμαστά έργα Του και τις θαυμάσιες ιδιότητές Του, όσον είναι δυνατό σε μας, τότε από τη θέα αυτή ας γεμίζουμε τις καρδιές μας από ευφροσύνη. «Σε σας τους ευθείς στην καρδιά και ειλικρινά αφοσιωμένους στον Κύριο αρμόζει να Τον υμνείτε».

Μεγάλου Βασιλείου

ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

 

Πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση. -Αέναη επΑνάσταση

«Μία ερώτηση ακόμα, πάτερ Μάξιμε», είπε ο Γιάννης. «Όταν η ψυχή διαχωρίζεται από το σώμα, αυτή που θα βρίσκεται μέχρι την τελική Ανάσταση; Τι θα κάνει; Εξελίσσεται, ή παραμένει, ας πούμε, σε μια κατάσταση βαθέος ύπνου;»

«Άλλη μία λογική ερώτηση! Δυστυχώς, δεν μπορεί να απαντηθεί με τη λογική. Η έννοια του χώρου ανήκει στον υλικό κόσμο. Έτσι το ερώτημα "πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση" μπορεί να απαντηθεί μόνο με αυτό τον τρόπο: "Θα είναι στον κόσμο των πνευμάτων όπως και οι άγγελοι". Είναι ένας κόσμος πέρα από το χώρο και το χρόνο. Εδώ μιλάμε για έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο, μία ριζικά διαφορετική διάσταση, που είναι πέρα από την ικανότητα μας να τη γνωρίσουμε -να μη γνωρίσουμε με τη λογική, δηλαδή. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με Λόγια αυτό τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από το χώρο και το χρόνο. Ταυτόχρονα, σ' αυτή την περίοδο της αναμονής, υπάρχει, θα Λέγαμε, μία εξελικτική πορεία της ψυχής προς τον Θεό. Πρόκειται για μία δυναμική πορεία, καθώς η ψυχή προχωρεί προς το μεγαλείο του Θεού».

«Έτσι, η ψυχή συνεχίζει να αναπτύσσεται», είπα. «Δεν βρίσκεται εν υπνώσει, σε κάποια κατάσταση "συντήρησης" περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία».

«Σωστά. Αυτό λένε οι άγιοι πατέρες. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν η ψυχή βρισκόταν σε κατάσταση αδράνειας ή στάσης, τότε σε κάποια φάση θα αισθανόταν κόπωση και ανία στην ενατένιση του Θεού, ανεξάρτητα από το πόσο καλός και ωραίος είναι ο Θεός. Όταν είμαστε συνεχώς συγκεντρωμένοι σε κάτι χωρίς αλλαγή, αναπόφευκτα δημιουργείται κόπωση και έλλειψη ενδιαφέροντος. Ο άνθρωπος όμως προχωρεί σε μία δυναμική πορεία προς έναν Θεό που είναι άπειρος. 
Η ζωή του ανθρώπου μέσα σ' αυτό τον άπειρο "χώρο" του Θεού είναι μία συνεχής και αδιάλειπτη κίνηση που οδηγεί, για να το πούμε έτσι, από τη μία έκπληξη στην άλλη, καθώς της αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Θεού. Γι' αυτό οι άγιοι, όπως και οι άγγελοι, δοξάζουν ακατάπαυστα τον Θεό, γιατί παρακολουθούν συνεχώς το μεγαλείο της αγάπης Του καθώς ξετυλίγεται μέσα στην καρδιά τους. Έτσι, και πάλι έχουμε να κάνουμε με μία εξελικτική κίνηση μέσα στο άπειρο μεγαλείο του Θεού. Δεν είναι μία στατική κατάσταση που προκαλεί ανία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι μία στάση».

«Τι σημαίνει αυτό το παράδοξο;» ρώτησα.

«Είναι εξέλιξη και στάση ταυτόχρονα, Κυριάκο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. «Ενώ στέκεσαι ενώπιον του Θεού κινείσαι προς τον Θεό" και αντίστροφα». «Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή είναι τοποθετημένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο, σε μία προκαθορισμένη και σταθερή τρόπον τινά θέση, γιατί, όπως ήδη ανέφερα, αυτό θα σήμαινε κορεσμό και ανία. Ταυτόχρονα, η ψυχή βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση διαρκούς πορείας».

«Αν ισχύει αυτό για τον κόσμο, φανταστείτε σε ποσό μεγαλύτερο βαθμό ισχύει για την επιδίωξη της γνώσης του Θεού», πρόσθεσε ο πατήρ Μάξιμος. 

«Γι' αυτό, ο Απόστολος Παύλος μας έδωσε αυτά τα λόγια, ότι ο δρόμος μας προς τον Θεό προχωρεί από δόξα σε δόξα και από έκπληξη σε έκπληξη, σε μία διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ. Επομένως, ο άνθρωπος μετά το θάνατο συνεχίζει να διατηρεί τις δυνάμεις της συνειδητότητάς του, και μπορεί να συνεχίσει να επικοινωνεί με τον Θεό. Δεν εννοώ ότι η ψυχή θα προσεύχεται στον Θεό ζητώντας αυτό ή εκείνο το αντικείμενο, ή αυτή ή εκείνη τη χάρη. 
Όταν λέω προσευχή, εννοώ την ενέργεια που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό. Με αυτό το είδος προσευχής, οι νεκροί μπορούν να επικοινωνούν με ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, με τον ίδιο τρόπο που επικοινωνούμε και προσευχόμαστε για τις ψυχές των νεκρών. Γι' αυτό έχουμε τα μνημόσυνα. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με εκείνους που έχουν φύγει ήδη για το μεγάλο ταξίδι».
Απόσπασμα από το βιβλίο Δώρα της Ερήμου, Gifts of the Desert, Κυριάκου Μαρκίδη, καθηγητή Κοινωνιολογίας του Μέιν, εκδόσεις Διόπτρα

Ο στάρετς Στέργιος για τους κεκοιμημένους

Πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση. -Αέναη επΑνάσταση

Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο πατήρ Σέργιος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα προκείμενου να βοηθήσει το ποίμνιο που ο Θεός του εμπιστεύθηκε. Διέσχιζε ασταμάτητα το Παρίσι και τα προάστια με σκοπό να επισκεφθεί αρρώστους και ηλικιωμένους, να βοηθήσει απόκληρους, να παρηγορήσει θλιμμένους, να προπέμψει ετοιμοθάνατους.

Ανταποκρινόταν πάντοτε σε εκείνους που, σε οποιαδήποτε περίσταση, επιζητούσαν την παρουσία του, ας συμβουλές του και την προσευχή του. Έκανε τα πάντα για όλους και ήταν εξ ολοκλήρου διαθέσιμος, αφιερώνοντας στους άλλους τον χρόνο του χωρίς ποτέ να τον υπολογίζει. Έμενε στο σπίτι του μόνο όταν έπρεπε να απαντήσει στα πολυάριθμα γράμματα που του έστελναν ή για να συνομιλήσει στο τηλέφωνο επί ώρες με όλους εκείνους που, απ' τη Γαλλία και το εξωτερικό, ζητούσαν τη βοήθεια του.

Αυτή την αγάπη προς τον πλησίον ο πατήρ Σέργιος την εκδήλωνε και προς εκείνους που είχαν εγκαταλείψει τον παρόντα κόσμο: η προσευχή για τους κεκοιμημένους κατείχε ιδιαίτερη θέση τόσο μέσα στη ζωή του ως μοναχοί), όσο και στη δραστηριότητα του ως ιερωμένου. 0 μεγάλος αριθμός των κεκοιμημένων που ήθελε να μνημονεύει κατά τη Λειτουργία της Κυριακής, είχε ως αποτέλεσμα η Προσκομιδή να ξεκινά γύρω στις οκτώ και μισή, και η Λειτουργία μετά τις έντεκα. 

Επιπλέον, κατά τις ημέρες που η Εκκλησία ιδιαίτερα μνημονεύει τους κεκοιμημένους, οι ακολουθίες διαρκούσαν πάντοτε περισσότερο στον ναό της Vanves, καθώς ο πατήρ Σέργιος συνήθιζε να διαβάζει από διάφορα φύλλα χαρτιού -κιτρινισμένα τα περισσότερα από την πολυκαιρία, και σχεδόν κατεστραμμένα από την πολυχρησία -ολόκληρες λίστες με ονόματα όχι μόνο οικείων του ή προσφάτως τεθνεώτων, αλλά και όλων των αποθανόντων ενοριτών από την αρχή ακόμη της συστάσεως της ενορίας, καθώς και ανθρώπων που γνώριζε από αλλού και οι οποίοι είχαν αποβιώσει. Έτσι, χιλιάδες ήταν αυτοί που μνημόνευε ο πατήρ Σέργιος και για τους οποίους επικαλούνταν τη λυτρωτική Χάρη του ελεήμονος Θεού.

Πράγματι, για τον πατέρα Σέργιο οι νεκροί ήταν πάντοτε παρόντες, και δεν υπήρχε καμιά ασυνέχεια ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και τον κόσμο των κεκοιμημένων. Όλοι, ζώντες και τεθνεώτες, βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα στην Εκκλησία, που υπερβαίνει τον χρόνο, γιατί αποτελούν ζωντανά μέλη του Σώματος Εκείνου που είναι η Αιώνια Ζωή. Όλοι τους αξίζουν την ίδια προσοχή και την ίδια αγάπη ...

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο στάρετς Στέργιος» 
του Jean- Claude Larchet, Εκδόσεις Ακρίτας

Η μνημόνευση των νεκρών, 
οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση. -Αέναη επΑνάσταση

...Ρωτάτε, γιατί μνημονεύουμε τους «κεκοιμημένους». Γιατί έτσι διδαχθήκαμε από την αγία Εκκλησία μας. Γιατί έτσι παραλάβαμε από τους θεοφώτιστους και πνευματοφόρους πατέρες μας. Γιατί έτσι γινόταν και γίνεται σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από την αποστολική εποχή μέχρι σήμερα. ...

Όσο για κείνον τον φιλοτάραχο, που όλο τέτοια θέματα σκαλίζει, πέστε του θαρρετά: Άκου, ανόητε! Οι νεκροί ζουν! Και η επικοινωνίας μας μαζί τους δεν έχει διακοπεί! Δεν προσευχόμαστε αδιάκριτα για όλους τους ζωντανούς αδελφούς μας χριστιανούς, ανεξάρτητα από την αρετή ή την κακία τους; Ε, λοιπόν, έτσι προσευχόμαστε και για όλους τους «κεκοιμημένους», ανεξάρτητα από το αν συναριθμήθηκαν - ΚΑΤΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΕΜΑΣ -με τους δίκαιους ή τους άδικους. 
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. Πριν την τελική κρίση, όσο ακόμα δεν έχουν χωριστεί τα <πρόβατα> από τα <ερίφια> (Ματθ, 25:33), όλοι οι πιστοί, ζωντανοί και <κεκοιμημένοι> αποτελούμε ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Και όλοι, ως μέλη του Σώματος του Χριστού, επικοινωνούμε αγαπητικά. Ο θάνατος δεν μας χωρίζει!

Σε τι τους ωφελούν οι προσευχές μας, αφού έχει «ήδη αποφασιστεί» η κατάταξή τους είτε στον παράδεισο είτε στην κόλαση; αναρωτιέστε. Αλλά μέχρι τη γενική κρίση, ο κολασμός μιας ψυχής δεν είναι οριστικά αποφασισμένος. Ώσπου να αποφανθεί τότε ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΑ ο μόνος Κριτής, κανέναν δεν μπορούμε να θεωρούμε τελειωτικά καταδικασμένο. Γι' αυτό, ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΡΗ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΝΑ ΕΛΕΗΣΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΕΒΕΙΑ.

Ρωτάτε: επιτρέπεται η μνημόνευση (στη Θεία Λειτουργία ή σε παρακλήσεις ή με τρισάγια και μνημόσυνα) των αλλοπίστων και των αιρετικών; Η απάντηση είναι: ΟΧΙ. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τους γνωρίζει, αφού δεν έγιναν ποτέ μέλη της (ή αρνήθηκαν την Ορθόδοξη πίστη και ξεβαπτίστηκαν, με το ενταχθούν ή να συμμετάσχουν σε αιρετικές ή παραθρησκευτικές ομάδες), και γι'αυτό δεν τους μνημονεύει.
Βέβαια, προσεύχεται γενικά για την επιστροφή εκείνων που είναι ακόμα ζωντανοί.

Μπορούμε, όμως, στην ατομική μας προσευχή, να παρακαλάμε το Θεό για τη σωτηρία επωνύμων, συγγενών και γνωστών, αλλοπίστων, ετεροδόξων, αθέων κλπ.
Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2006, έκδοση έβδομη (7η) Η μνημόνευση των νεκρών, οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, σελ 78-79

Ο θάνατος είναι αποχωρισμός για λίγα χρόνια Γέροντος Παΐσίου
Πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση. -Αέναη επΑνάσταση

«Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση».

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει. Ο θάνατος είναι απλώς μετάβαση από την μια ζωή στην άλλη. Είναι ένας αποχωρισμός για ένα μικρό διάστημα, Όπως, όταν πάη κάποιος, ας υποθέσουμε, στο εξωτερικό για έναν χρόνο, οι δικοί του στενοχωριούνται, γιατί θα τον αποχωρισθούν για έναν χρόνο, ή αν λείψη δέκα χρόνια, έχουν στενοχώρια για τον αποχωρισμό των δέκα χρόνων, έτσι πρέπει να βλέπουν και τον αποχωρισμό από τα αγαπημένα τους πρόσωπα με τον θάνατο. 

Αν πεθάνη, ας υποθέσουμε, κάποιος και οι δικοί του είναι ηλικιωμένοι, να πουν: «Μετά από καμμιά δεκαπενταριά χρόνια θα ανταμώσουμε». Αν είναι νεώτεροι, να πουν: «Μετά από πενήντα χρόνια θα ανταμώσουμε». Πονάει φυσικά κανείς για τον θάνατο κάποιου συγγενικού του προσώπου, αλλά χρειάζεται πνευματική αντιμετώπιση. 

Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα»[51]. Πόσες φορές λ.χ. θα τον έβλεπε εδώ στην γη; Κάθε μήνα; Να σκεφθή ότι εκεί θα τον βλέπη συνέχεια. Μόνον όταν δεν έχη καλή ζωή αυτός που φεύγει, δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε. Αν λ.χ. ήταν σκληρός, τότε, αν πραγματικά τον αγαπάμε και θέλουμε να συναντηθούμε στην άλλη ζωή, πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή γι' αυτόν.

Η μετά θάνατον ζωή - 
Οι υπόδικοι νεκροί

- Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;

- Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλά «φαϊντά γιοκ», δηλαδή δεν ωφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.

- Γέροντα, πως είναι τώρα οι κολασμένοι;

- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα Κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.

- Και οι Άγιοι και ο ληστής;

- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, αλλά δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, αλλά δεν έχουν λάβει την τελική καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», παρατείνει - παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
Πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση. -Αέναη επΑνάσταση

Η προσευχή και τα μνημόσυνα  για τους κεκοιμημένους

- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχωνται;

- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τι να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; 

Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» ή σε «διαμέρισμα».

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.

Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διάβολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία», λέει η Γραφή. 

Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.

- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

- Εμ, όταν μπαίνη κάποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός - θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν - και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ό,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης· με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν».

- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς! Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.
- Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγμή. Πότε σε απασχολεί; κάθε Σάββατο;

- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;

- Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμημένοι.

- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχωμαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». 


Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγματα και από τα ψυχικά πάθη, εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. 

Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.

Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Από το βιβλίο: «Οι δοκιμασίες στη ζωή μας» Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002

Τα επτά στεφάνια.

            

20597.jpg
Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄ αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό.
Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε.
Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:

-Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα; Κι εκείνος είπε:

-Όχι, αββά, γιατί δεν μου ΄κανες απόλυση.

-Και γιατί -τον ρωτάει ο Γέροντας- δεν με ξύπνησες;

-Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο.

Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.

Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:

-Τίνος είναι αυτά;Κι εκείνος είπε:

-Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα.

Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:

-Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;

-Συγχώρα με, αββά -απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε.

Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:

-Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή.

Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει.

Και λέει στον πατέρα:

-Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές

να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα.

Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.

Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό.

Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται

Πηγή: Μέγα Γεροντικό Β', Ζ'