Κυριακή 23 Μαρτίου 2014
Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!
Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους. Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου - και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού - κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014
Ο Ερχόμενος της Εκκλησίας και ο ερχόμενος της "Νέας Εποχής"
Ο Ερχόμενος της Εκκλησίας και ο ερχόμενος της "Νέας Εποχής"
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 3η Φεβρουαρίου 2014
Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 3η Φεβρουαρίου 2014
Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»
Πρόσφατα στην καθημερινή εφημερίδα των Αθηνών «Ελεύθερη Ώρα», δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο: «Ο Ερχόμενος. Η δοξασία των Μεσολαβητών, Μεσσιών, Χριστών ή Αβατάρ». Επειδή το δημοσίευμα αυτό προκάλεσε ίσως σύγχυση στους αναγνώστες της εφημερίδος, διότι περιείχε άκρως αντιχριστιανικές δοξασίες, θεωρήσαμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένες απαντήσεις, να επισημάνουμε τις κακοδοξίες των συντακτών και να προβάλλουμε την Ορθόδοξη διδασκαλία περί του Ερχομένου Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Κατ’ αρχήν παραξενευτήκαμε από το δημοσίευμα αυτό, διότι η εν λόγω εφημερίδα, κατά κανόνα, έχει ορθόδοξο χριστιανικό προσανατολισμό και φρονούμε, ότι η μεγαλύτερη μερίδα των αναγνωστών της είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι ουσιαστικά μια ανασκόπηση της περί Μεσσίου, (ή ορθότερα Μεσσιών, Μεσολαβητών, Χριστών, Αβατάρ σε πληθυντικό, διότι κατά την θεοσοφική αποκρυφιστική διδασκαλία δεν πρόκειται για έναν, αλλά για πολλούς Μεσσίες κ.λ.π.), εσχατολογικής διδασκαλίας των οπαδών της Θεοσοφίας και της «Νέας Εποχής». Βεβαίως οι συντάκτες του φρόντισαν να αναφέρουν, ότι αποστασιοποιούνται από το δημοσίευμα και ότι «τα συμπεράσματα για το κατά πόσον είναι εύλογη και επίκαιρη (η δοξασία)» επαφίενται στους αναγνώστες τους, χωρίς να παρατίθεται η ορθόδοξη διδασκαλία, ή έστω να γίνεται σύντομη αναφορά, ότι τα γραφόμενα είναι τελείως αντίθετα με την Ορθόδοξη χριστιανική εσχατολογία.
Η Αλίκη Μπέϋλη, της οποίας απηχούνται κυρίως οι δοξασίες στο άρθρο, χαρακτηρίζεται από τους συντάκτες ως «χριστιανή θεόσοφος». Ωστόσο, όπως παρατηρεί σύγχρονος βαθύς μελετητής της θεοσοφικών δοξασιών, η Θεοσοφία «δεν είναι απλώς ένα συνοθύλευμα γνωστικισμού, πνευματισμού, μεντιουμισμού, ινδουϊσμού και βουδισμού, αλλά είναι η κεντρική συνειδητή προσπάθεια εκθεμελιώσεως του χριστιανισμού από τον κόσμο α) με απίστευτο μίσος κατά του Χριστού, της Παναγίας, της Αγίας Τριάδος και κάθε ιερού και οσίου και β) με φανερή και δεδηλωμένη πίστη στην αξία και στις πρακτικές της σατανολατείας» . Ειδικότερα δε, σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού, κατά την Θεοσοφία ο Χριστός «είναι μόνο μία από τις πολλές πνευματικές οντότητες, πήρε το σώμα του Ιησού, σταυρώθηκε και δεν αναστήθηκε το σώμα του, αλλά αναστήθηκε συμβολικά και αλληγορικά στον ουρανό».
Κατά συνέπεια ο χαρακτηρισμός της ως «χριστιανή» είναι παραπλανητικός για τους αναγνώστες του άρθρου. Δεν ανέφεραν επίσης το γεγονός ότι η Αλίκη Μπέϋλη είναι από τους πρωτεργάτες της δημιουργίας του συγχρόνου αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής», διάδοχος της Έλενας Πέτροβνας Μπλαβάτσκυ και αρχηγός της Θεοσοφικής Εταιρίας του Λονδίνου. Διαφωτιστικός επ’ αυτού είναι ο Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής επί των Αιρέσεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πρωτοπρ. π. Κυριακός Τσουρός, ο οποίος σε σχετικό άρθρο του τόνισε τα εξής: «Η ‘Νέα Εποχή του Υδροχόου’ είναι γέννημα και θρέμμα της Θεοσοφικής Σχολής της αποκρυφίστριας Έλενας Πέτροβνας Μπλαβάτσκυ. Τον όρο αυτό με την σημερινή του έννοια χρησιμοποιεί και η ‘σχισματική’ θεοσοφίστρια-αποκρυφίστρια Αλίκη Μπέϋλη (Beiley), ήδη από το 1920. Τα ‘μηνύματα’, που όπως υποστηρίζει, ελάμβανε η Μπέϋλη δήθεν από ένα Δάσκαλο, ονομαζόμενο ‘ο Θιβετιανός’ (μαθητής κατά την θεοσοφική διδασκαλία του Dywal Khul), τα κατέγραψε σε μια σειρά βιβλίων της, μεταξύ των οποίων εί¬ναι και το βιβλίο με τον τίτλο ‘Η επανεμφάνισις του Χριστού’. Στα ‘μηνύματα’ αυτά συμπεριλαμβάνεται και η εντολή για την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας ‘Νέας Παγκοσμίας Θρησκείας, που να συνάδει και να εναρμονίζεται με τις δοξασίες και τα ‘πιστεύματα’ της ‘Νέας Εποχής του Υδροχόου’. Αυτή η ‘Νέα Παγκόσμια Θρη¬σκεία’ θα συνοδεύει την ‘επανεμφάνιση του Χριστού της Νέας Εποχής’ και κατά συνέπεια θα ασκείται από τους ‘πιστούς’ του, αντικαθιστώντας κάθε άλλη θρησκεία και λατρεία που ασκείται σήμερα». Στο παρά πάνω βιβλίο της εκφράζει ακόμη την αντίληψη ότι «Η Εκκλησία πρέπει …να διαβρωθεί, να ειπωθεί στους κληρικούς, τι πρέπει να πιστεύει η Εκκλησία και οι άνθρωποι να εθισθούν στην αντίχριστη και αντίθεη πίστη, ότι ‘μέσα τους είναι ο Χριστός’ (ιδέα της αυτοσωτηρίας και αυτολυτρώσεως) και ότι οι εορτές του χριστιανικού εορτολογίου έχουν δήθεν αστρολογική προέλευση…» .
Διαβάζοντας το άρθρο της εφημερίδος διαπιστώνουμε αβίαστα την προσπάθεια της Θεοσοφίας να αρνηθεί την μοναδικότητα του Χριστού, να Τον απογυμνώσει από την Θεανθρώπινη φύση Του και να Τον εξομοιώσει με τους «μύστες» των διαφόρων θρησκευμάτων: «Μέσα στους αιώνες, μεγάλοι και θείοι Αντιπρόσωποι του Θεού, ενσωματώνουν το θείο σκοπό και επηρεάζουν ολόκληρο τον κόσμο με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε τα ονόματά τους και η επιρροή τους να είναι γνωστά και να είναι αισθητά χιλιάδες χρόνια αφότου δεν περπατούν πλέον μεταξύ των ανθρωπίνων όντων. Γνωστοί Μύστες, όπως ο Κρίσνα, ο Βούδας, ο Χριστός, ξανά και ξανά, αυτοί ήρθαν και άφησαν έναν αλλαγμένο κόσμο και κάποια θρησκεία πίσω τους… Ένας τέτοιος Αβατάρ ήταν ο Χριστός… ο Βούδας στην Ανατολή και ο Χριστός στη Δύση». Στη συνέχεια όχι μόνο εξισώνει το Χριστό με τους άλλους «μύστες», αλλά αρνείται κατηγορηματικά τη θεότητά Του: «Αυτοί είναι ανθρώπινα–θεία Αβατάρ, αντιπροσωπεύουν αυτό που η ανθρωπότητα μπορεί εύκολα να καταλάβει… είναι ομοειδούς φύσης με μας…»!
Ο Χριστός, για την Θεοσοφία και βέβαια για την Α. Μπέϋλη, δεν είναι ο Υιός του Θεού, ο προαιώνιος Λόγος, ο Οποίος έγινε άνθρωπος, για να καταστεί ο μοναδικός λυτρωτής του κόσμου, αλλά ένας από τους πολλούς «Αβατάρ» ή «Χριστούς», οι οποίοι έρχονται κατά καιρούς στον κόσμο με διαφορετικά ονόματα, ως «ευεργέτες» της ανθρωπότητος. Ο τελικός «Ερχόμενος» της Θεοσοφίας και της «Νέας Εποχής» «θα είναι ο νέος Αβατάρ, που έρχεται για να εγκαθιδρύσει ‘τη νέα παγκόσμια θρησκεία’, στην οποία θα συγχωνευθούν όλες οι θρησκείες» , δηλαδή ο Αντίχριστος
Για τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο «Ερχόμενος» της θεοσοφίστριας Α. Μπέϋλη, όπως και της «Νέας Εποχής», δεν είναι ο δοξασμένος Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αλλά «ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν ότι εστί Θεός» (Β΄Θεσ.2,3-4), «…ο αρνούμενος τον Πατέρα και τον Υιόν» (Α΄ Ιωάν.2,22). Εμείς ως ορθόδοξοι πιστοί δεν περιμένουμε κανέναν «Αβατάρ», έστω και αν χαρακτηρίζεται ως «Χριστός», διότι ο δικός μας Ερχόμενος ο απεσταλμένος του Θεού ήδη ήρθε, «σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν.1,14). Ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ.19,10), «ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ.3,13). Είναι δε μοναδικός και ανεπανάληπτος σωτήρας όλης της ανθρωπότητος, διότι «ουκ έστι εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12). Αυτός ήταν ο πρώτος Του ερχομός, κατά την πρώτη Του Παρουσία, για να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας του κόσμου. Σύμφωνα με το αλάνθαστο λόγο Του, θα έλθει και πάλι, όχι ταπεινός και διωγμένος από τις δυνάμεις του κόσμου «υπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλιπ.2,8), αλλά «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι μετ’ αυτού» (Ματθ.25,31), «κρίναι ζώντας και νεκρούς» (Σύμβολο της Πίστεως). Δεν θα έλθει ως ένας παγκόσμιος κυβερνήτης, για να βοηθήσει την ανθρωπότητα, όπως ισχυρίζονται οι θεοσοφιστές και οι νεοεποχίτες, αλλά ως τελικός Κριτής του κόσμου. Μάλιστα η Μεγάλη Κρίση Του θα σημάνει και το τέλος του κοσμικού σχήματος, όπως τον γνωρίζουμε, με την αναδημιουργία και της υλικής κτίσεως.
Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών.
Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.
Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος.
Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.
Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
Η Θεολογία τής απλότητας
Η Θεολογία τής απλότητας
Σήμερα όλοι μας κουρασμένοι από την έλλειψη της απλότητας την αναζητούμε με πόνο. Γιατί, αν εξετάσουμε προσεκτικά τα φαινόμενα της κοινωνικής μας ζωής και ιδιαιτέρως αν ερευνήσουμε τα μη φαινόμενα, τα κρυπτά και τα εσωτερικά, θα διαπιστώσουμε ότι όλα, προερχόμενα από μια διηρημένη και διεσπασμένη προσωπικότητα, είναι σύνθετα και περίπλοκα. Γι’ αυτό ο λόγος περί απλότητας ιδιαιτέρως σήμερα είναι επίκαιρος (κυρίως ο θεολογικός λόγος περί της απλότητας).
* * *
Πράγματι, δεν είναι μόνον η φιλοσοφική αντίληψη περί του Θεού που μιλάει για την απλότητά Του, αλλά και οι άγιοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτό. Ο Θεός ως απηλλαγμένος από κάθε πάθος είναι κυρίως απλούς. Ο Θεός είναι αγάπη, φιλανθρωπία, και ακόμη ταπείνωση. Αυτό δείχνει, ότι αφού ο Θεός είναι αγάπη είναι και ταπείνωση. Και όσοι αξιώθηκαν να δουν τον Θεό μαγεύτηκαν από την ταπείνωση και πραότητά Του, ώστε σε όλη τους την ζωή να μιλούν γι’ αυτήν. Ένας αρχαίος εκκλησιαστικός διδάσκαλος έγραφε: "ο Θεός πάντη έν εστί και απλούν". Πολλοί Πατέρες τόνισαν αυτήν την άποψη, όπως ο Μ. Αθανάσιος όταν έγραφε: "Ου γαρ σύνθετος ο Θεός... απλή γαρ εστίν ουσία". Και σε άλλο σημείο ο ίδιος έγραφε: Ο Θεός "απαθής ών και απλούς απαθώς και αμερίστως του υιού πατήρ εστί".Θεραπευτική τοῦ νοός (Νοῦς – Ἀνατομία, Νοσολογία καί ἡ θεραπευτική του)
Θεραπευτική τοῦ νοός (Νοῦς – Ἀνατομία, Νοσολογία καί ἡ θεραπευτική του)
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
πού ἔγινε στήν Πανελλήνια Ἕνωση Γονέων, στήν Ἁγία Παρασκευή τοῦ ὁμωνύμου προαστίου Ἀθηνῶν, τήν Κυριακή στίς 14 Ἀπριλίου 2013.
|
Τόν τίτλο [τῆς ὁμιλίας] τόν εἴδατε πιστεύω καί μιλάει γιά τή θεραπευτική τοῦ νοός. Κάνει πρῶτα κάτι διαπιστώσεις. Πρῶτα διαπιστώνει τήν ἀνατομία τοῦ νοός καί μετά λέει νοσολογία καί θεραπευτική τοῦ νοός. Θά τά ἀναλύσω αὐτά τά πράγματα ἱστάμενος βασικά, δηλαδή ἀκολουθώντας, τήν Πατερική θεολογία καί τολμῶ νά πῶ πώς σήμερα εἶναι μία ἀκόμα εὐκαιρία, γιατί, ὅλα αὐτά πού θά πῶ σήμερα, κατά τήν Πατερική θεολογία προσεγγίζονται ἀπό τήν ἑρμηνεία πού δίνουν οἱ Πατέρες στό σημερινό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσατε, τοῦ δαιμονισμένου. Ἐκεῖ γίνεται μία λεπτολόγα ἀνάλυση καί προσδιορισμός τοῦ κειμένου τοῦ ἴδιου, τί εἶναι ἀκόμα καί ὁ δαιμονισμός, πέρα ἀπό τήν κατάληψη ἀπό τό δαιμόνιο. Θά τό δεῖτε στήν πορεία. Βέβαια, τίποτε δέν εἶναι σύμπτωση, ἀλλά τό ἐπέτρεψε ὁ Θεός σήμερα νά κάνουμε αὐτήν τήν ὁμιλία, ὅταν ἦταν αὐτό τό Εὐαγγέλιο. Θά τό δοῦμε στήν πορεία. Λοιπόν, τώρα, θά κάνουμε, ἄς ποῦμε, μιά ἰατρική διαπίστωση, θά κάνουμε τήν ἀνατομία τοῦ νοός, ὅπως τή λένε οἱ Πατέρες. Καί μετά ἀφοῦ κάνουμε ἀνατομία, ἄν ὑπάρχει ἀρρώστια σέ ἕνα ὄργανο στό ὁποῖο κάνουμε τήν τομή, μετά προσδιορίζουμε τί ἀρρώστια ὑπάρχει καί μετά προσδιορίζουμε τί θεραπεία θά κάνουμε καί θά ὁρίσουμε.
Γιατί ανέφικτη μια «Δανία του Nότου»
Γιατί ανέφικτη μια «Δανία του Nότου»
Μοιάζει μάλλον κοινή η παραδοχή ότι, στο πλαίσιο του «παραδείγματος» (πολιτισμού) της Nεωτερικότητας και ειδικά στο πεδίο της πολιτικής, οι σκανδιναβικές κοινωνίες έχουν κατορθώσει ζηλευτά επιτεύγματα: Eφτιαξαν το μάλλον πληρέστερο και πιο προηγμένο, σταθερό και μακρόβιο «κοινωνικό κράτος», που σημαίνει: πέτυχαν σθεναρή και αποτελεσματική αντίσταση στην απανθρωπία του αχαλίνωτου καπιταλισμού, στον πρωτογονισμό της ασυδοσίας των «αγορών». Xωρίς να διολισθήσουν στον ολοκληρωτισμό.
O διοικητικός μηχανισμός του κράτους εμφανίζει στις σκανδιναβικές κοινωνίες το μικρότερο μάλλον (ή μηδενικό) ποσοστό αυτονόμησης από την κοινωνία και τις ανάγκες της –το κράτος λειτουργεί για να υπηρετεί τους πολίτες, όχι τη δημοσιοϋπαλληλία και τα κόμματα– η έννοια του «πελατειακού κράτους» είναι αδιανόητη.
Aπό τους κυβερνώντες (τους διαχειριστές της εξουσίας) απουσιάζει, εντυπωσιακά, κάθε ίχνος ηγεμονικής συμπεριφοράς, αγερωχίας, έπαρσης, οιηματικής αλαζονείας στο ύφος, στις χειρονομίες, στην εκφραστική τους. Mοιάζει αυτονόητο να ταυτίζεται το δημόσιο αξίωμα με τη γοητευτική απλότητα, την αξιοπρέπεια, την παραίτηση από τη φτήνεια της παντοδαπής ιδιοτέλειας.
Δίνουν την εντύπωση οι σκανδιναβικές κοινωνίες ότι ανέχονται μεν τη χρήση των μεθόδων του μάρκετινγκ στην πολιτική, αλλά σαφέστατα οριοθετημένη, απολύτως σεβαστές τις «κόκκινες γραμμές». H διαφημιστική ευφυΐα εντυπωσιασμού είναι αδιανόητο να παραπλανά τον πολίτη, αδιανόητο με σκόπιμα ψεύδη να ψηφοθηρούν τα κόμματα.
Σε σύγκριση με τις σκανδιναβικές κοινωνίες, η ελλαδική μοιάζει η χειρότερη, η πιο αποτυχημένη ίσως περίπτωση πραγμάτωσης του νεωτερικού «παραδείγματος». Aξίζει να προβληματιστούμε με το ερώτημα: Ποιοι παράγοντες συνέβαλαν αποφασιστικά στη σκανδιναβική επιτυχία και ποιοι στην ελλαδική αποτυχία; Aς σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε πρόσληψη, όχι δημιουργία - γένεση του «παραδείγματος» – το νεωτερικό «παράδειγμα» είναι γέννημα των λαών της (μεταρωμαϊκής) κεντρικής και δυτικής Eυρώπης.
Tο ερώτημα που θέσαμε απαιτεί μεθοδική μελέτη, μια επιφυλλίδα μόνο να το διατυπώσει μπορεί, να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με νύξεις απλώς και ενδείξεις. Bασικό στοιχείο του νεωτερικού δυτικού «παραδείγματος» είναι ο μαχητικά «φυσιοκρατικός» χαρακτήρας του: το γέννησε η ανάγκη να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την αναγκαστή προτεραιότητα της μεταφυσικής στη ζωή τους. «Nεωτερικότητα» ή «Nέοι Xρόνοι» είναι η περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας που διαδέχθηκε το απεχθές παλαιό: τον «σκοτεινό», βασανιστικό για τη μεταρωμαϊκή Eυρώπη μεσαίωνα. Δηλαδή, αιώνες υποταγής στη θεσμοποιημένη αυθεντία της μεταφυσικής, στις κανονιστικές αρχές, εξαναγκαστές κατά πάντων, που επέβαλε ολοκληρωτικά αυτή η τυραννική αυθεντία.
Tο νεωτερικό «παράδειγμα» είναι καταγωγικά φυσιοκρατικό – είναι η έμπρακτη άρνηση των δυτικών κοινωνιών να καθορίζει η μεταφυσική τη ζωή τους. Eνηλικιώθηκε ο άνθρωπος της Δύσης, του αρκεί η φυσική, δεν του χρειάζεται η μεταφυσική. H λογική της φύσης και οι δυνάμεις της φύσης (με πρώτη την ανθρώπινη νόηση) φτάνουν για να οργανώσουμε την ικανοποίηση των αναγκών και επιθυμιών μας ελεύθεροι από a priori «αλήθειες» και προκαταλήψεις. Eτσι, οι πρακτικές του βίου που γεννώνται από τη φυσιοκρατία είναι πρώτιστα υλιστικές: προτεραιότητα έχουν οι ενστικτώδεις ανάγκες, προέχει η ικανοποίηση των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, επιβολής-κυριαρχίας, ηδονής. Tο γίγνεσθαι του ανθρώπινου βίου, την Iστορία, την καθορίζουν οι υλικές ανάγκες που διακανονίζονται ορθολογικά με τη «σύμβαση» και «νοηματοδοτούνται» με την ιδεολογία.
H μεσαιωνική μεταφυσική στη Δύση ήταν θρησκευτική, γι’ αυτό και ατομοκεντρική, υπηρετούσε την ενστικτώδη εγωτική ανάγκη «ατομικής σωτηρίας». H Nεωτερικότητα έδωσε το δικό της, ιστορικο-υλιστικό «νόημα» στη σωτηρία, αλλά συνέχισε να την εκδέχεται αυτονόητα ατομική. Oι δύο ιστορικο-υλιστικές πρακτικές «σωτηρίας» που διαμόρφωσε η Nεωτερικότητα ήταν η απεριόριστη επιχειρηματική ελευθερία του ατόμου ή η εξασφάλιση του ατόμου μέσω της κεντρικής διαχείρισης της οικονομίας – Kαπιταλισμός και Σοσιαλισμός.
Oι Σκανδιναβοί μοιάζει να προσχώρησαν με συνειδητή επιλογή στο νεωτερικό «παράδειγμα» – ο συνειδητός χαρακτήρας της προσχώρησης τεκμαίρεται από τον συνεπέστατο συσχετισμό της επιλογής τους με τις ανάγκες τους. Eπέλεξαν την ιστορικο-υλιστική πρακτική του σοσιαλισμού, όχι επιδή γοητεύτηκαν ιδεολογικά ούτε επειδή ξιπάστηκαν «εκσυγχρονιστικά», αλλά επειδή εξυπηρετούσε συνεπέστερα τις ανάγκες τους. Δεν υποτάχθηκαν στο ιδεολόγημα, το υπέταξαν στη δική τους ιδιαιτερότητα. Γι’ αυτό μιλάμε σήμερα για «σκανδιναβικό μοντέλο του σοσιαλισμού».
Iστορικο-υλιστικό το πρόσλημμα, αλλά χαλιναγωγημένο από την ιδιαιτερότητα των σκανδιναβικών αναγκών και εθισμών. H ίδια επιλογή σε άλλες χώρες παρήγαγε απανθρωπία και φρίκη – Γκουλάγκ και Kολιμά, εκατομμύρια εκτελέσεις αντιφρονούντων, βασανισμούς ασύγκριτους σε τερατωδία με αυτούς του μεσαίωνα. Oμως οι Σκανδιναβοί έλεγξαν το ιστορικο-υλιστικό παράγωγο με ιστορικούς εθισμούς αιώνων χαλιναγώγησης της φυσικής στον άνθρωπο κτηνωδίας: Aδιάφορο αν ήταν πια «πιστοί» ή «άπιστοι», έσωζαν τα αυτονόητα της προτεσταντικής Hθικής, το σέβας του «ιερού», την αίσθηση του χρέους.
Στην Eλλάδα το νεωτερικό «παράδειγμα» απέτυχε παταγωδώς, γιατί δεν το επιλέξαμε με σκοπό να εξυπηρετηθούν οι πραγματικές μας ανάγκες, αλλά μόνο από ξιπασιά, μόνο επειδή μάς γυάλισε το «να γίνουμε κι εμείς Eυρωπαίοι». Aυτή η επιλογή ήταν το μοιραίο γεγονός για τον Nέο Eλληνισμό, που η ιστορική του ανάλυση αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για να μετάσχουμε και πάλι οι Eλληνες στη δυναμική της Iστορίας.
Oι ανάγκες μας ήταν διαφορετικές, οι μακραίωνες εθισμοί μας επίσης. Δεν γνωρίσαμε μεσαίωνα – όταν τα βαρβαρικά φύλα κατέλυαν τη ρωμαϊκή κυριαρχία και βύθιζαν τη Δύση στον πρωτογονισμό, η ελληνορωμαϊκή «οικουμένη» βρισκόταν στο απόγειο θαυμαστών επιτευγμάτων πολιτισμού. H μεταφυσική αναζήτηση είχε γεννήσει στην ελληνική παράδοση μόνο συναρπαστικές κατακτήσεις πολιτικών θεσμών, Tέχνης και φιλοσοφίας, η «εκκλησία του δήμου» ή η «εκκλησία των πιστών» δεν αλλοτριώθηκε από τον Eλληνισμό σε ατομοκεντρική θρησκεία – γι’ αυτό και το «Σχίσμα» διέστελλε καισαρικά τον ελληνικό κόσμο από τη βαρβαρική Δύση.
Ξεχασμένα πια όλα αυτά. Aπολακτίσαμε ξιπασμένοι οι απλώς πια Eλληνώνυμοι τον ελληνικό «τρόπο», για να πιθηκίσουμε έναν «πολιτισμό» άσχετον με τις δικές μας ανάγκες. Δεν διαθέτουμε ούτε καν λίγη προτεσταντική Hθική για να τιθασεύσουμε τον πρωτογονισμό μας τύπου Tσοχατζόπουλου, Λαυρεντιάδη, Λιάπη.
Eίμαστε χωρίς παρελθόν. Oπως οι τριτοκοσμικές κοινωνίες.
Αναρτήθηκε από Παναγία Έλεούσα Μαλακώντα στις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



